..

Kαι μεις τι περιμένουμε. Ότι οι κουφοί παραχωρήσεις θα μας κάνουν; Οι αχόρταγοι κάτι θα μας δώσουν; Ότι οι λύκοι θα μας ταϊσουνε αντί να μας καταβροχθίσουν; Ότι από φιλία θα μας προσκαλέσει η τίγρης να της βγάλουμε τα δόντια; Τέτοια περιμένουμε; (Μπ. Μπρεχτ)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Βασίλης Διαμαντόπουλος: Παιδί μου μήπως έγινες Κομμουνιστής;;;;[Video]


            Η Ελλάς πωλείται. Αλλά όχι σήμερα. Από παλιά..


Οι πατριώτες προχώρησαν σε νέες ιδιωτικοποιήσεις και εκποίηση δημόσιας περιουσίας. Συγκρότησε το Υπερταμείο, όπου εντάχθηκαν οι κρατικές εταιρείες σε Ενέργεια, νερό, Μεταφορές κ.λπ. με διάρκεια 99 χρόνια. Ρεύμα, νέρο, οδικοί άξονες έγιναν πιο ακριβά για το λαό.

Τα αεροδρόμια έγινα Γερμανικά

Τα λιμάνια Κινέζικα

Τα δάση Καναδέζικα 

Τα τρένα Ιταλικά

Το νερό Γαλλικό

Ο χρυσός Καναδέζικος

Οι υδρογονάθρακες Σουηδικοί-Καναδέζικοι-Γαλλικοί......

Οι δρόμοι στον Μπόμπολα

Ο ΟΠΑΠ στην Emma Delta
...............................................

..............................................









Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

ΣΤΙΒΕΝ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ: ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


ΣΤΙΒΕΝ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ
Το άλογο του πολέμου
Μεγαλειώδης, κλασική και επική η ταινία που θυμίζει τον παλιό καλό κινηματογράφο που πριν πολλές δεκαετίες χάρισε στο Χόλιγουντ το καλό του όνομα, με την οποία επανέρχεται στο προσκήνιο ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Με την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου παιδικού βιβλίου του Michael Morpugo από το 1982, ο Αμερικανός σκηνοθέτης σε κάνει να ονειρεύεσαι αλλά και να συνειδητοποιείς ότι μάλλον είναι ο τελευταίος σκηνοθέτης που σε κάνει ακόμα να ονειρεύεσαι. Η ταινία που συνιστά τον ορισμό της «τοιχογραφίας» στον κινηματογράφο, καταχωρείται στο παραδοσιακά επικό σινεμά και μετατρέπεται σε όχημα για αξίες απλές και ευγενικές, με τον τρόπο που τις υπεράσπισαν οι μεγάλες κινηματογραφικές εποποιίες.
Η ταινία εντυπωσιακή και τιθασευμένη τόσο όσο έχει μάθει κανείς να περιμένει από τον Σπίλμπεργκ. Η μεγάλη της διάρκεια και η πληθώρα των χαρακτήρων που παρελαύνουν δεν μας επιτρέπουν να εμβαθύνουμε σε κάποιον εκτός από το καθαρόαιμο πουλάρι τον Τζόι, τον πραγματικό δηλαδή πρωταγωνιστή της ταινίας που έχει - σχεδόν - ανθρώπινα αισθήματα. Το μοναδικό που του λείπει είναι ο λόγος.
Η ταινία αρχίζει με την γέννηση του Τζόι και ο Σπίλμπεργκ σαν μεγάλος παραμυθάς παίρνει τον χρόνο που χρειάζεται για να παίξει με ό,τι στοιχειοθετεί την στέρεη βάση της αφήγησης προτού αποκαλύψει ξεκάθαρα το κυρίως θέμα του, προτού προσκολληθεί σ' αυτό και συνεχίσει έτσι ως το τέλος. Εκθέτει λοιπόν - μέσα από κατατοπιστική εισαγωγή - τους ακρογωνιαίους λίθους του δράματος που θα παραμείνουν παρόντες σε όλη την πορεία. Επικεφαλής ο νεαρός Αλμπερτ και οι γονείς του, όπως και ο συνομήλικος φίλος και ο συνομήλικος αντίπαλος, που από κοινού θα βρεθούν στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής. Παρουσιάζει το καθαρόαιμο πουλάρι Τζόι και πάνω απ' όλα τη γη, σαν στοιχείο - κλειδί της ταινίας. Η συγκινητική φιλία ανάμεσα στον νεαρό Αλμπερτ, που ζει κάπου στην αγγλική επαρχία και στο πανέμορφο πουλάρι που φεύγει στον πόλεμο, εμπεριέχει όλα τα δομικά συστατικά μιας μεγαλειώδους περιπέτειας.
Ποιος όμως ακριβώς είναι ο ρόλος του Τζόι στην ταινία; Πώς τον χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης; Θέλει να τον μετουσιώσει σε «χαρακτήρα» με τον οποίο ταυτιζόμαστε και συμπάσχουμε ή τον μεταχειρίζεται σαν σπονδυλική στήλη στην αφηγηματική του στρατηγική, απ' όπου κρέμονται σαν κλαδιά, οι διαφορετικές ενότητες, οι διαφορετικές ιστορίες που ξεκινούν από τον ίδιο κορμό;
Παρότι ο Σπίλμπεργκ γι' ακόμα μια φορά κινηματογραφεί τον πόλεμο, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ταινία κατατάσσεται στο είδος της «πολεμικής» αφού δεν παίρνει θέση υπέρ της μιας ή άλλης πλευράς. Ο πόλεμος υπάρχει σαν ντεκόρ, καταγράφεται σαν τραυματικό πέρασμα που μεγεθύνει και ενισχύει την απέχθεια στον παραλογισμό και στην φρίκη των πολεμικών συρράξεων μέσα από την «διαδρομή» του ήρωα, του Τζόι, αυτού του σύμβολου δύναμης και κομψότητας, που στα μάτια του, στο βλέμμα του, διαθέτει κάτι σπάνιο, ένα είδος ενστικτώδους ανθρωπισμού.
Μέσα από κινούμενους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες , έχοντας αποκολληθεί από τον ρεαλισμό, ευρισκόμενος πολύ κοντά στην ζωγραφική ο Σπίλμπεργκ βαδίζει στα ίχνη μεγάλων κλασικών παραγωγών - πολλά στοιχεία παραπέμπουν στο «ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ». Με ομορφιά και ωμότητα, με αφέλεια και μοιρολατρία, με την ξεκάθαρη απλότητα να κυριαρχεί στην γραμμική του αφήγηση, ο Σπίλμπεργκ πείθει ότι ο πόλεμος είναι βάρβαρος απ' όποια πλευρά κι αν τον βλέπεις. Οι Αγγλοι δεν αξίζουν περισσότερο από τους Γάλλους ή τους Γερμανούς δείχνουν οι σκηνές σφαγής που αναμοχλεύουν μνήμες ζώσες. Και σαν ταρακούνημα για τον παραλογισμό του πολέμου έρχεται το κατηγορητήριο εναντίον των δυο αγοριών, που εκτελούνται επειδή αρνούνται να πολεμήσουν και η προσωρινή εκεχειρία ανάμεσα στους αντιμαχόμενους.
Δυόμιση ώρες διαρκεί το έπος και η δίνη της συγκίνησης, στην μετάγγιση της οποίας συμβάλλουν τα μέγιστα οι ηθοποιοί, είναι αδυσώπητη. Κάνοντας ελιγμούς για τις απαιτήσεις του μελοδράματος σε ένα φορτωμένο σενάριο, ο μύθος με την κλασική έννοια του όρου, αλλού αγγίζει κι αλλού εξυψώνει, καλύπτοντας έτσι ένα ευρύ φάσμα ηλικιών. Οι σεκάνς φυσικά δεν παρουσιάζουν όλες το ίδιο ενδιαφέρον. Σε κάποιες στιγμές υπογραμμίζεται - πολύ σωστά - η δολοφονική πλευρά των ηρώων. Σε άλλες μεγαλοποιείται η θυσία που ενυπάρχει στον πατριωτισμό. Σε κάθε περίπτωση ο ηρωισμός εδώ είναι άλλης τάξης και η ηθική της ταινίας δεν έχει τίποτα το καινούριο. Προσβλέπει απλά να κρατά σε εγρήγορση και ευαισθητοποίηση τα αντανακλαστικά που έχουν να κάνουν με την αντίθεση στην φρίκη του πολέμου, στην αδικία, με την πίστη στην φιλία, στο δίκιο και στον αγώνα...
Παίζουν: Εμιλι Γουάτσον, Πίτερ Μιούλαν, Τζέρεμι Ιρβιν, Νιλς Αρεστρουπ, Σελίν Μπουκένς, Ντέιβιντ Ντέντσικ κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2011).

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΡΙΛΙΝ

ΣΑΪΜΟΝ ΚΕΡΤΙΣ
Επτά μέρες με την Μέριλιν

Συμβατικά καλογυρισμένη ταινία με προθέσεις που δεν περικλείουν τίποτα περισσότερο από ένα ψυχαγωγικό δίωρο. Στον διάλογο/αντίλογο περί της πρακτικής εφαρμογής των κυρίαρχων θεωριών υποκριτικής Στανισλάφσκι και Σράσμπεργκ υφαίνονται, σαν κύριο ατού της ταινίας, οι εξαίρετες υποκριτικές επιδόσεις ενός ολόκληρου μπουκέτου καταξιωμένων Αγγλων ηθοποιών. Οσο για την «Μέριλιν» της Μισέλ Γουίλιαμς, φαίνεται ότι η μονοδιάστατη αφέλεια, ο φόβος της μοναξιάς και η παιδιάστικη διαφάνεια της αθωότητας, δεν αποδεικνύονται αρκετά ώστε να «γεμίσουν» το πανέμορφο σωματικό περίγραμμα της ηθοποιού.

Η ανάγκη της Μέριλιν για αγάπη - μεγαλύτερη από τον αέρα που ανέπνεε - καταβροχθίζοντας απαιτητικά τον απόλυτο, ολοκληρωτικό θαυμασμό όλων στο πρόσωπό της, μεταμόρφωνε το άυλο σε χειροπιαστό, στο τόσο μοναδικό αισθησιακό σύμπλεγμα που κατέκλυζε το κάθε κύτταρο του είναι της. Αυτό εξάλλου ήταν το ειδοποιό στοιχείο που έκανε την Νόρμα Τζιν Μόρτενσον ή Μπέικερ, Μέριλιν Μονρό.

Η ιστορία διαδραματίζεται το 1956 στο Λονδίνο, όταν η Μέριλιν έρχεται στην αγγλική πρωτεύουσα για να γυρίσει, με τον Λόρενς Ολιβιέ στον ρόλο του συμπρωταγωνιστή και σκηνοθέτη της, την κωμωδία «THE PRINCEAND THE SHOWGIRL». Η ταινία βασίζεται σε βιβλίο του Colin Clark, νεαρού τότε, τρίτου βοηθού σκηνοθέτη στο εν λόγω φιλμ. Η κλασική αφήγηση πραγματοποιείται από την οπτική του 23χρονου τότε «παιδιού για όλες τις δουλειές» Colin, που καταθέτει εικόνες από την ολιγοήμερη συνάντησή του με την Μέριλιν και τις αναμνήσεις ενός ανεξίτηλου αλλά αδύνατου έρωτα, που τα ίχνη του παραμένουν ακόμα ζωντανά - επικαλυμμένα με νότες νοσταλγίας και μελαγχολίας, από την αγγλική όμως εκτέλεση του «Les Feuilles Mortes». Στις κλασικές παραγωγές που αναφέρουμε με χρονολογική σειρά, νομίζουμε ότι μπορεί κανείς να ερευνήσει το φαινόμενο Μέριλιν Μονρό, το μόνο που χρειάζεται είναι να ψάξετε να τις βρείτε, για τον λόγο αυτό τις παραθέτουμε με τους πρωτότυπους τίτλους τους, έτος παραγωγής και όνομα σκηνοθέτη. GENTLEMEN PREFER BLONDES (1953) του Χόουαρντ Χοκς, HOW TO MARY A MILLIONAIRE (1953) του Ζαν Νεγκουλέσκου, RIVER OF NO RETURN (1954) του Οτο Πρέμινγκερ, THE SEVEN YEAR ITCH(1955) του Μπίλι Γουάιλντερ, BUS STOP (1956) του Τζόσουα Λόγκαν, THE PRINCE AND THE SHOW GIRL(1957) του Λόρενς Ολίβιε, SOME LIKE IT HOT(1959) του Μπίλι Γουάιλντερ, LET'S MAKE LOVE (1960) του Τζορτζ Κούκορ, THE MISFITS (1961) του Τζον Χιούστον.
Παίζουν: Μισέλ Γουίλιαμς, Εντι Ρεντμάιν, Κένεθ Μπράνα, Τζούντι Ντεντς, Τζούλια Ορμοντ, Ζόε Γουαναμέικερ, Εμα Γουότσον κ.ά.
Παραγωγή: Μ. Βρετανία, ΗΠΑ (2011).
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Η ΚΡΑΥΓΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΜΑΧΑΜΑΤ - ΣΑΛΕΧ ΧΑΡΟΥΝ
Η κραυγή ενός ανθρώπου

Η ταινία/ παραβολή του σκηνοθέτη Μαχαμάτ - Σαλέχ Χαρούν από το Τσαντ της Αφρικής, δίνει στους ανθρώπους της άγνωστης χώρας του φωνή μέσα από την εικόνα. Με αφορμή μια προσωπική τραγωδία, το φιλμ αναφέρεται στο συλλογικό δράμα όχι μόνο ενός λαού, αλλά μιας ολόκληρης ηπείρου που κατακρεουργούν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Ιδιαίτερα αξιόλογες οι αφηγηματικές στρατηγικές που άπτονται της δόμησης και ανάπτυξης της θεματικής (του discours) του φιλμ. Από τα πρώτα πλάνα, ο εμφύλιος είναι πανταχού παρών. Αρχικά σαν σκηνογραφικό φόντο στην ιστορία που διαδραματίζεται στο προσκήνιο. Σιγά - σιγά συνδέεται με κάθε έκφρασή της, γιγαντώνεται με μαεστρία και εισβάλλει στο φιλμικό χώρο τόσο απειλητικά που κατακλύζει ασφυκτικά ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε στην αίθουσα.

Ταινία βαθιά πολιτική που καταγράφει και σχολιάζει τη στάση των «πολλών», των αδυνάτων απέναντι στο γίγνεσθαι της σύγχρονής τους Ιστορίας. Δεν προτάσσει απαντήσεις, προτείνει να κρατάμε τα μάτια ανοιχτά, ώστε να βλέπουμε την αδικία δίπλα και γύρω μας κι όχι μόνο μέχρι τα δικά μας, τα ατομικά σύνορα. Ο καθένας ας το κάνει όπως νομίζει και μπορεί, η ταινία πάντως οριοθετεί πλαίσια και έννοιες εντός των οποίων κινούνται οι συγκεκριμένες πολιτικές τις οποίες καταγγέλλει, ενώ στέκεται κριτικά σε καταστάσεις και συμπεριφορές ...


Ο Αντάμ υπήρξε στα νιάτα του πρωταθλητής στην κολύμβηση. Κάποτε. Τώρα μεγάλωσε, οι αντοχές όσο πάει τον εγκαταλείπουν κι ας μην το παραδέχεται. Ο γιος του Αμπντέλ συνεχίζει την πορεία του 60χρονου πατέρα, που αισθάνεται ταυτισμένος με τη δουλειά του επιστάτη πισίνας, σε ένα ξενοδοχείο διεθνούς τουρισμού στην Ν' Τζαμένα, πρωτεύουσα του Τσαντ. Το ξενοδοχείο ιδιωτικοποιείται, πωλείται σε Κινέζους επιχειρηματίες και η νέα διεύθυνση υποβιβάζει τον γηραιό «πρωταθλητή» σε φύλακα του γκαράζ και δίνει τη θέση του επιστάτη πισίνας στο γιο του. Στο γιο, που ο πατέρας πια θεωρεί αντίπαλο και αντιμετωπίζει (όπως διδάσκεται από παντού) ανταγωνιστικά. Η ανταγωνιστικότητα, μήτρα κακού που καίει στο πέρασμά της ακόμα και τις σχέσεις πατέρα/ παιδιού.
Την πρώτη πληροφορία - πριν ακόμα καταλάβουμε ότι έξω από τα προστατευτικά τείχη του ξενοδοχείου γίνεται πόλεμος - δίνει ο μάγειρας από το Κονγκό: «Η ιδιωτικοποίηση του ξενοδοχείου με ανησυχεί, φοβάμαι απολύσεις και ανεργία». Απολύεται αμέσως μετά από την κα Γουάνγκ που διοικεί την επιχείρηση με όρους ανταγωνισμού. Αρχικά μόνο ακούμε για τον πόλεμο. Οι αντάρτες που πολεμούν τη «νόμιμη» κυβέρνηση όλο και προωθούν τις θέσεις τους. Ακούμε συνεχώς τις ειδήσεις, από το τρανζιστοράκι του Αντάμ, από την τηλεόραση και από τον ήχο των ακατάπαυστων πτήσεων των πολεμικών αεροσκαφών. Αργότερα βλέπουμε τα μπλόκα παντού στους δρόμους. Βλέπουμε και τους μηχανισμούς της πολιτικής εξουσίας. Τόσο τους μυστικούς, ο ντυμένος με παραδοσιακό καφτάνι που κινείται σε λαϊκούς χώρους των συνοικιών - όσο και τους φανερούς, αστυνομικούς και στρατιωτικούς στα ψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας - τους «κονομημένους» ένστολους με τα τζιπ. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τι είδους προσωπικά συμφέροντα υπερασπίζονται αυτοί με τη διατήρηση των κυβερνητικών δυνάμεων στην εξουσία. Η δουλειά τους είναι - μεταξύ άλλων - να υποχρεώνουν τους φτωχούς να πληρώσουν «χαράτσι» για τον κυβερνητικό στρατό. Οσοι δεν έχουν να πληρώσουν, δίνουν υποχρεωτικά τα παιδιά τους στην κρεατομηχανή του πολέμου των συμφερόντων των αφεντικών. Ετσι ο πατέρας, ο αδιάφορος Ανταμ - που ουδέποτε εξέφρασε άποψη για ό,τι συμβαίνει έξω απ' αυτόν - θολωμένος από το «τομαριστικό» μένος του για το γιο που δέχθηκε να «πάρει» τη δικιά του δουλειά, δίνει άσκεφτα τον Αμπντέλ στο στρατό.
Τον 18χρονο γιο που ονειρεύεται μια ζωή χωρίς πόλεμο και αποθανατίζει με τη μικρή του φωτογραφική μηχανή αυτούς που αγαπά, από τους οποίους ζητά μόνο να χαμογελούν ξέγνοιαστα. Και ο πόλεμος όλο και πλησιάζει και γίνεται απτός κι οι στρατιώτες και τα μπλόκα πολλαπλασιάζονται και ισχύουν απαγορεύσεις κυκλοφορίας και έρχονται και προσωπικές μαρτυρίες για τη φρίκη της κόλασης. Σακατεμένοι νέοι, παιδιά ορφανά - κι ας είναι ακόμα αγέννητα - και το ολοζώντανο κατηγορώ του Αμπντέλ - πριν τραυματιστεί θανάσιμα στο μέτωπο, μέσα από την κασέτα στο μαγνητόφωνο. Κορυφαίος ο αφοπλιστικός θρήνος της κοπέλας... Και ένα ερώτημα αναδύεται συνεχώς: υπάρχει τελικά Θεός, καλά δεν αισχύνεται να αντικρίζει όλη αυτή τη δυστυχία; Την απάντηση έχει δώσει - κάπου στην αρχή - ο μάγειρας από το Κονγκό: «Η δυστυχία μας είναι ότι εμπιστευθήκαμε την τύχη μας στον Θεό».
Ο πόλεμος πια πνίγει τα πάντα, ο ήχος των πολεμικών ελικοπτέρων εκκωφαντικός... Εν μέσω του γενικευμένου χαμού, οι Αρειοι Κυανόκρανοι, οι επί συμβολαίω «μισθοφόροι», ενός ξεδοντιασμένου ΟΗΕ χαριεντίζονται παιχνιδίζοντας στα τιρκουάζ νερά της πισίνας του ξενοδοχείου, ενώ ο πληθυσμός εγκαταλείπει τις εστίες του για μια μόνιμης διάρκειας προσφυγιά προς το άγνωστο... Και ο νεαρός Αμπντέλ τι θέλησε από τη ζωή του; Να κολυμπά... Οχι όμως άψυχος στο ποτάμι ...
Ταινία καλλιτέχνημα αυθεντικό, ασκητικό, κομψό και μετρημένο, με διακριτική ταπεινότητα, μακριά από τα φτηνά κλισέ της δράσης και της ενσωματωμένης πολεμικής σύγκρουσης. Σκάβοντας στη φαινομενική νωθρότητα της σκηνοθεσίας, στα εκτεταμένα πλάνα σεκάνς και τον αργό ρυθμό, ανακαλύπτεις ότι χτίζεται και εν τέλει ορθώνεται ένα γρανιτένιο οικουμενικό κατηγορώ από ένα σημαντικό - καθώς φαίνεται - σκηνοθέτη που συμπεριλαμβάνει και την ποίηση - μέσα από το μελαγχολικό λυρισμό της εικόνας - στα απαραίτητα δομικά στοιχεία της ζωής.
Παίζουν: Γιουσούφ Ντζιαορό, Ντιουκουντά Κομά, Χατζέ Φατίμε Ν'γκούα, Εμίλ Αμποσόλο Μ'μπο, Μαριούς Γιελόλο, κ.ά.
Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Τσαντ (2010).

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ορισμένα αναρτώμενα απο το διαδίκτυο, κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής) θεωρούμε οτι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε.

Το ιστολόγιο bellos blogspot.com εκφράζουν απολύτως οι αναρτήσεις που αναφέρουν την υπογραφή bellosblog. Αναρτήσεις άλλων ή αναδημοσιεύσεις ή σχόλια που δημοσιεύονται σ'αυτό το ιστολόγιο, εκφράζουν αυτούς που τα υπογράφουν και όχι απαραίτητα το bellosblog