..

Kαι μεις τι περιμένουμε. Ότι οι κουφοί παραχωρήσεις θα μας κάνουν; Οι αχόρταγοι κάτι θα μας δώσουν; Ότι οι λύκοι θα μας ταϊσουνε αντί να μας καταβροχθίσουν; Ότι από φιλία θα μας προσκαλέσει η τίγρης να της βγάλουμε τα δόντια; Τέτοια περιμένουμε; (Μπ. Μπρεχτ)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας!!!


Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, μετά την πραγματοποίηση των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015, κατέχει την θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η Νέα Δημοκρατία έλαβε το 27,81% των ψήφων, ενώ στις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2012 είχε λάβει το 29,66% των ψήφων. Η πτώση του ποσοστού της είναι σχετικά μικρή, κάτι που καταδεικνύει ότι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας διατήρησε κοινωνικές δυνάμεις. Όμως, η εκλογική ήττα δεν παύει να θεωρείται και να είναι ήττα, ήττα που ‘εγγίζει’ το πλαίσιο της «διείσδυσης» ενός πολιτικού κόμματος στο πεδίο του κοινωνικού. Και η εκλογική (κοινωνική) ήττα του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας είναι στρατηγική, ακριβώς διότι αυτή  η ήττα ορίζεται και προσδιορίζεται ως ήττα της πολιτικής και οικονομικής στρατηγικής που ακολούθησε το προηγούμενο διάστημα η Νέα Δημοκρατία ως ο μείζων κυβερνητικός εταίρος.
Οι πολιτικές της σκληρής δημοσιονομικής λιτότητας οι οποίες «συμπίεσαν» την «υλικότητα» του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων, παρήγαν τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση μίας πολιτικής και ιδεολογικής «κρίσης», που ακριβώς αποκρυσταλλώθηκε στο εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως αυτή η δομική κρίση πολιτικής στρατηγικής έγινε ακόμη πιο έντονη την επαύριον της εκλογικής αναμέτρησης του Ιανουαρίου. Η Νέα Δημοκρατία ως κομματική ολότητα συμπυκνώνει τα περιορισμένα «όρια» της πολιτικής που ακολουθήθηκε μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, από τις οποίες το κόμμα εξήλθε ως μείζον κυβερνητικός εταίρος. Η πολιτική περιδίνηση στην οποία έχει περιέλθει αποτελεί αποτέλεσμα αυτών των περιορισμένων «ορίων» της πολιτικής που ακολουθήθηκε.
Η ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, με επικεφαλής  τον πρόεδρο του κόμματος και πρώην πρωθυπουργό της χώρας Αντώνη Σαμαρά, κινείται πάνω στους άξονες μίας προσίδιας μνημονιακής πολιτικής «συνέχειας» και «κανονικότητας»: αυτή η πολιτική στάση νοηματοδοτεί την ανάγκη και την αναγκαιότητα εφαρμογής της συγκεκριμένης πολιτικής λιτότητας και σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Με αυτόν τον τρόπο, το Μνημόνιο  ως βασική πολιτική στρατηγική της μετά το 2012 Νέας Δημοκρατίας είναι το σημαίνον που ορίζει και τα σημαινόμενα της πολιτικής και ιδεολογικής δράσης του κόμματος. Ως βασική και θεμελιώδης όψη  της πολιτικής μνημονιακής «συνέχειας» αναδύεται η περίφημη πλέον θεωρία της αριστερής «παρένθεσης».
Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά της θεωρίας της αριστερής «παρένθεσης», χωρίς μάλιστα να έχει αναλύσει στοιχειωδώς τα αίτια της εκλογικής ήττας και των κοινωνικών αναδιατάξεων και τομών που επήλθαν. Αυτή η θεωρία σχηματικά εστιάζει στο ότι η κυβέρνηση του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς θα «προσκρούσει» στις αδήριτες ανάγκες της διαμορφωμένης κοινωνικής και οικονομικής «πραγματικότητας». Ως εκ τούτου, θα «καταρρεύσει» αφενός μεν υπό το βάρος της έμμεσης και άμεσης πολιτικής αποδοχής του μνημονίου, αφετέρου δε υπό το βάρος της δύσκολης προσαρμογής στο συγκεκριμένο μνημονιακό «συνεχές». Ως εκ τούτου, τη απουσία πραγματικής και περιεκτικής οικονομικής εναλλακτικής, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας θα κληθεί να αναλάβει την συνέχιση των μόνων «λογικών» και «ορθών» πολιτικών που τροχιοδρομούν την ελληνική οικονομία στις «ράγες» του εκσυγχρονισμού, της άρσης των «συντεχνιακών εμποδίων» και της ανάπτυξης. [1]
Η επιμονή στη θεωρία της αριστερής «παρένθεσης» είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω εκλογική (κοινωνική) συρρίκνωση της Νέας Δημοκρατίας, όποτε και αν διεξαχθούν εκλογές. Είναι εξόχως χαρακτηριστικό ότι ουσιαστικά δεν έχουν συζητηθεί και αναλυθεί τα αίτια της εκλογικής ήττας της Νέας Δημοκρατίας, κάτι που ασφαλώς προϋποθέτει την διεξαγωγή μίας συζήτησης στην οποία θα λάβει μέρος και η οργανωμένη βάση της κομματικής συσσωμάτωσης. Ένα μήνα μετά τις εκλογές, έχει συγκληθεί απλώς η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος, η οποία και απετέλεσε «πεδίο» ανάγνωσης της αρχηγικής έκθεσης ιδεών.
Χωρίς να διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα η διεξαγωγή ενός προγραμματικού συνεδρίου όπου θα συζητηθούν και θα αναλυθούν τα αίτια της εκλογικής ήττας καθώς και η πολιτική και ιδεολογική φυσιογνωμία του κόμματος, η Νέα Δημοκρατία «πορεύεται» μετεκλογικά διαμορφώνοντας ως άμεσο και θεμελιώδη όρο «ύπαρξης» και λειτουργίας την αναγκαιότητα της κυβερνητικής πολιτικής που ακολουθήθηκε. Η μνημονιακή «συνέχεια» επικαθορίζει την μέχρι στιγμής αντιπολιτευτική στρατηγική του κόμματος. Την προηγούμενη πολιτική περίοδο, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας συνέβαλλε στην ανάδυση και στην αποκρυστάλλωση ενός περιβόητου «αυταρχικού κρατισμού» που ισοδυναμεί  ουσιαστικά με την αυταρχική «επισφράγιση» της κοινωνικής ολότητας.
Σε παλαιότερο άρθρο μας είχαμε επισημάνει: «ο αυταρχικός κρατισμός που έχει επικρατήσει στα χρόνια της βαθιάς και οξυμμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, αποτελεί συστατικό στοιχείο του κόμματος υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, ιδιαίτερα μετά τις διπλές εκλογές του 2012.  Αυτή η δομική μετατόπιση του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας προς τα δεξιά, επισφραγίζεται με την σκλήρυνση της στάσης του κόμματος απέναντι στους μετανάστες, με την σταδιακή κατίσχυση του δόγματος «νόμος και τάξη», με την προτεραιότητα που αποδίδει το κόμμα στα σώματα ασφαλείας, και φυσικά, με την αναβίωση ενός έντονα εμφυλιοπολεμικού, διχαστικού και αντικομμουνιστικού πολιτικού λόγου. Η Νέα Δημοκρατία ως το μείζον κόμμα της συγκυβέρνησης, και με την «σιωπηρή» αποδοχή του ΠΑΣΟΚ, έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για «αυταρχικοποίηση» της πολιτικής διαπάλης και του προγραμματικού και ιδεολογικού λόγου».[2]
Στις συνθήκες της βαθιάς οικονομικής κρίσης, η Νέα Δημοκρατία «ανασυγκροτήθηκε» πάνω στη βάση της «αυταρχικής» και «περιχαρακωμένης» ιδεολογικής αντίληψης η οποία και αποκρυσταλλώθηκε στο πεδίο του κοινωνικού. Πλέον, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αντιμετωπίζει μία κρίση πολιτικής στρατηγικής, καθότι οι πολιτικές της λιτότητας που συνεχίζει να υποστηρίζει οδήγησαν το κόμμα στην εκλογική ήττα. Ο «πανδαμάτωρ» πολιτικός χρόνος θα δείξει ποιο θα είναι το μέλλον του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

[1] Στη θεωρία και στο σενάριο της αριστερής «παρένθεσης» περιλαμβάνεται και  το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την οικονομική και νομισματική Ένωση (ΟΝΕ). Είναι το περίφημο και περιώνυμο Grexit. Σε αυτή την περίπτωση, το Grexit δεν θα προέλθει ως «ατύχημα» αλλά ως επιλογή ρήξης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ & Ανεξαρτήτων Ελλήνων με τους «εταίρους» και δανειστές της χώρας. Το συγκεκριμένο πολιτικό «σενάριο» αγνοεί το πολιτικά προφανές: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε έθεσε στην προμετωπίδα της πολιτικής του στρατηγικής το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την ΟΝΕ. Το σενάριο αυτό, που ακολουθήθηκε με συνέπεια και προεκλογικά, εστίαζε στο κοινωνικό και πολιτικό «χάος» που θα επέλθει ως αποτέλεσμα αφενός μεν της ανόδου στην εξουσία του ΣΥΡΙΖΑ, αφετέρου δε ως αποτέλεσμα της πολιτικής κατάργησης του μνημονίου και ρήξης με τους «εταίρους» της χώρας. Έτσι, το κόμμα του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ενδύθηκε τον «μανδύα» ενός προσίδιου ιδεολογικού αντιευρωπαϊκού «ριζοσπαστισμού» που θα οδηγήσει στο «χάος», ωσάν ο ΣΥΡΙΖΑ να διακήρυσσε ότι στοχεύει στην κατάληψη των «χειμερινών ανακτόρων». Η αδυναμία διαχείρισης αυτού του κοινωνικού «χάους» θα οδηγήσει στην πτώση του ΣΥΡΙΖΑ και στην άνοδο στην εξουσία της στιβαρής Νέας Δημοκρατίας. Περιττό να αναφέρουμε το πόσο λανθασμένη πολιτική-προεκλογική στρατηγική ακολούθησε το επικοινωνιακό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας.
2] Βλ. σχετικά, Ανδρονίδης Σίμος, ‘Η Συντηρητική Παράταξη σήμερα’, Εφημερίδα ‘Η άλλη άποψη’ 26/04/2014  Διαβάστε ΕΔΩ -> Η συντηρητική παράταξη σήμερα

Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Σίμος Ανδρονίδης: Ενα σημείωμα περί βίας!!!!!


Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ

«Cry out to legions of the brave Time again to save us from the jackals of the street Ride out, protectors of the realm, Captain’s at the helm, sail across the sea of lights». (Black Sabbath, ‘Neon Knights’).

Στις εποχές της βαθιάς και οξυμμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης οι πολλαπλές μορφές της βίας «αποικιοποιούν» το πεδίο του κοινωνικού. Αφορμή για αυτό το ‘σημείωμα’ περί βίας και περί άσκησης της βίας απετέλεσε η επίθεση που δέχθηκε η εργαζόμενη Αναστασία Τοντόροβα, στο χωριό Τσιφλίκι Ιστιαίας (Εύβοια). Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η δημοσιογράφος Αφροδίτη Τζιαντζή: «στο μπλαβισμένο πρόσωπο και τα πρησμένα μάτια της Αναστασίας Τοντόροβα, της οικιακής βοηθού από τη Βουλγαρία που βασανίστηκε ομαδικά από ντόπιους άντρες στο χωριό Τσιφλίκι Ιστιαίας, συμπυκνώνονται διαφορετικές όψεις της ίδιας βαρβαρότητας που ξεσπάει πάντα στους πιο αδύναμους: η εργοδοτική, η ρατσιστική, και η σεξιστική βία. Μια βαρβαρότητα που κάθε φορά που εκδηλώνεται μας προκαλεί σοκ, για να ξεχαστεί και να επαναληφθεί, με παραλλαγές, σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας, οπλισμένη από την ατιμωρησία των δραστών».[1]

Οι πολλαπλές μορφές της βίας διαχέονται στο πεδίο του κοινωνικού, δημιουργώντας τις αρνητικές συνδηλώσεις της «αποικιοκρατούμενης» ζωής: σε αυτό το πλαίσιο, η βία και η «εκδίπλωση» της «αποικίζουν» τις ζωές των περιώνυμων «άλλων» και των «διαφορετικών. Η επίθεση εναντίον της Αναστασίας Τοντόροβα ενέχει τα χαρακτηριστικά της ολικής βίας, της βίας που φέρει «εντός» της τις συνδηλώσεις μίας  μορφής «αρνητικής κοινωνικής μετατόπισης». Και αυτή η «αρνητική μετατόπιση» είναι διπλή: αφενός μεν η άσκηση βίας έχει ως στόχο την παραδειγματική της «τιμωρία» (οι βασανιστές της την κατηγορούν ότι έκλεψε χρήματα), αφετέρου δε την «απεντάσσουν» από το πεδίο του ενεργού κοινωνικού γίγνεσθαι. Και η συγκεκριμένη «απένταξη» φτάνει μέχρι την προοπτική εγκατάλειψης της χώρας.
Η συγκεκριμένη μορφή της βίαιης και διπλής «αρνητικής μετατόπισης» κανοναρχείται ως η αποκρυστάλλωση ενός βίαιου «ήθους», που, όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Αφροδίτη Τζιαντζή, ενυπάρχει πλέον σε πολλά μέρη της χώρας. Η άσκηση λεκτικής και σωματικής βίας εναντίον της Αναστασίας Τοντόροβα ιεραρχείται ως μία θεμελιώδης έγκληση που «ποινικοποιεί» τον «άλλο» μετανάστη λόγω χρώματος, διαφορετικής γλώσσας και θρησκείας, (διαφορετικής κουλτούρας), καθώς και λόγω της «προδιάθεσης» του στην κλοπή προϊόντων και χρημάτων.[2]

Με αυτόν τον τρόπο, η άσκηση δομικής βίας θα «εγχαραχθεί» στο σώμα του και στο πεδίο του κοινωνικού, ανασυγκροτώντας ταυτόχρονα τις «γωνίες» του κοινωνικού «όλου» που δεν δύναται να είναι παρά «εθνικό» και ομοιογενές, «καρπός» της συνθετικής πράξης των «καθαρόαιμων» ελλήνων. Και αυτή ακριβώς ήταν η «όψη» και το «πρόσωπο» της νεοναζιστικής βίας. Η βία που ασκούσε το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής ανανοηματοδότησε το ίδιο το πλαίσιο της κίνησης και της δράσης των κοινωνικών τάξεων.

Οι «άλλοι» και οι «διαφορετικά» που πάντα προσδιορίζονταν και προσδιορίζονται αρνητικά, δέχθηκαν  τα «φορτία» της έντονης λεκτικής και σωματικής βίας, με στόχο την «αποκοπή» τους από το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η βία ως συστατικό στοιχείο του φασισμού-ναζισμού, έφθασε μέχρι και το σημείο της φυσικής εξόντωσης, ήτοι της ουσιαστικής μη-ύπαρξης για τον κοινωνικά στοχοποιημένο εργαζόμενο-μετανάστη που δεν εντάσσεται αρμονικά στον «καθαρό» εθνικό ιστό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η σύμφυση κρατικής-κατασταλτικής και νεοναζιστικής βίας κανονάρχησε και κανονικοποίησε το «νέο» πεδίο της διαχειριστικής Μνημονιακής «υλικότητας» και «ταξικότητας».

Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις που έκανε ο αναπληρωτής υπουργός ‘Προστασίας του Πολίτη’ (πετυχημένος ευφημισμός για την απόκρυψη του κατασταλτικού ρόλου των σωμάτων ασφαλείας): «Ο αναπληρωτής υπουργός ανέφερε πως σέβεται ό,τι ψηφίζει κανείς μέσα στο παραβάν, αλλά ξεκαθάρισε ότι πρέπει να το ξεχνάει όταν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. «Αν δηλαδή μπαίνεις σε μια αστυνομία και προσπαθείς να κάνεις προσηλυτισμό […] εκεί το σύστημα πραγματικά θα είναι αμείλικτο», τόνισε χαρακτηριστικά».[3]

Ο αναπληρωτής υπουργός ‘Προστασίας του Πολίτη’, με το πρόσχημα της μυστικότητας και του σεβασμού στην ψήφο καθενός, «αίρει» το όλο πλαίσιο της ιδεολογικής διείσδυσης του νεοναζιστικού μορφώματος στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Η ρατσιστική ιδεολογία προσκολλάται στο ευρύτερο πλαίσιο της  ιδεολογίας που φέρουν οι καταπιεστικοί μηχανισμοί επιβολής, που είναι η ιδεολογία του νόμου και της τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση του νόμου και της τάξης ενάντια σε κάθε «εξωτερική» επιβολή καθίσταται το σημαίνον της δράσης των μηχανισμών επιβολής της κρατικής ισχύος. Η ρατσιστική ιδεολογία του νεοναζιστικού μορφώματος συμφύει οργανικά την «αναγκαία» διατήρηση του νόμου και της τάξης με την ευρύτερη εθνική και «ομοιογενή»  διάσταση, εκεί όπου οι «εχθροί» κατηγοριοποιούνται ως πολλαπλά «διαφορετικοί». (μετανάστες, μέλη αντεξουσιαστικών και αριστερών συλλογικοτήτων).

Η ίδια η δράση και η «κινητοποίηση» των σωμάτων ασφαλείας το προηγούμενο διάστημα, στοχοποίησε τους περιώνυμους «άλλους». Η ιδεολογική διείσδυση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής στο εσωτερικό των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, μετασχηματίστηκε σε εκλογική ώσμωση με συγκεκριμένα μέλη και ομάδες των σωμάτων ασφαλείας. Η μυστικότητα και το απαραβίαστο της ψήφου δεν δύνανται να άρουν την συνειδητότητα μίας ψήφου που οδηγείται πολύ πέρα από τα στενά όρια της κάλπης. Είναι ιδιαίτερα γνωστή η σύμφυση κρατικής-νεοναζιστικής βίας στο πεδίο του κοινωνικού. Η μυστικότητα της ψήφου δεν δύναται να αποκρύψει το γεγονός της «κρισιακής μεγέθυνσης» ενός ιδιαίτερου κοινωνικού ήθους και ύφους άσκησης εξουσίας από την πλευρά των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους.

Θεωρούμε πως η πρωταρχική ιδεολογική διείσδυση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής εντός των σωμάτων ασφαλείας μεγέθυνε το πλαίσιο της ανοιχτής κρατικής παραβατικότητας, της βάναυσης και βίαιης συμπεριφοράς, καθώς και της ανοιχτής παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έτσι, αποκρυσταλλώθηκε το «κρισιακό» κατασταλτικό πράττειν. Οι ένστολοι χρυσαυγίτες κατηχητές δεν βρίσκονται μόνο μέσα στα αστυνομικά τμήματα ανά την επικράτεια. Μπορούν κάλλιστα να δρουν ως ιδεολογικοί κατηχητές του ρατσιστικού μίσους και εκτός των αστυνομικών τμημάτων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου «κρισιακού» κατασταλτικού ήθους.

Και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους χρειάζονται την ιδεολογία ως συγκροτησιακό στοιχεία διατήρησης του ρόλου και των χαρακτηριστικών τους. Όπως το έθεσε επιγραμματικά ο Λουί Αλτουσέρ: «Ο στρατός και η αστυνομία λειτουργούν επίσης με ιδεολογία, για να εξασφαλίσουν τη δικιά τους συνοχή και αναπαραγωγή, καθώς και με τις «αξίες» που προβάλλουν προς τα έξω».[4]   Απαιτείται, από την νέα ηγεσία του υπουργείου, η συστηματική διερεύνηση και η απόκρουση αυτής ακριβώς της διείσδυσης του νεοναζιστικού μορφώματος στο εσωτερικό των σωμάτων ασφαλείας. Οι αγώνες των εργαζομένων θα πιέσουν την ηγεσία του υπουργείου προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Χρυσή Αυγή δεν είναι ένα απλό «κρισιακό» φαινόμενο. Αντιθέτως, προϋπήρχε ως λόγος και ιδεολογική αντίληψη. (Βλέπε στοχοποίηση μεταναστών, μισαλλοδοξία και βίαιες επιθέσεις).
Η άσκηση λεκτικής και σωματικής βίας συμφύεται οργανικά με τον «κρισιακό» αναπροσδιορισμό της κοινωνικής ολότητας. Οι μορφές της βίας που «εκδιπλώνονται» είναι πολλαπλές, όπως πολλαπλή και πολύπλοκη είναι και η σήμανση του κοινωνικού πεδίου. Δεν πρέπει να αποκόπτουμε την βία από τα ευρύτερα κοινωνικά της συμφραζόμενα. Η βία είναι ταξική, κατασταλτική, ρατσιστική, σεξιστική, ομοφοβική, συστατικό στοιχείο της εξουσιαστικής θεμελίωσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της κοινωνικής του οργάνωσης. Η βία παράγει τις συνθήκες για την «αποϋποκειμενοποίηση» του ανθρώπινου στοιχείου και βίου. «Με δυο λόγια, σ’ ό,τι αφορά το καπιταλιστικό Κράτος, η οργανωμένη φυσική  καταπίεση του εμφανίζεται, όπως έλεγε ο Μαρξ, σε «γυμνή» κατάσταση, λόγω του ότι απ’ τη μια μεριά είναι απομονωμένη απ’ τις εξωπολιτικές δικαιώσεις της, και απ’ την άλλη λόγω της ενσωμάτωσης της μέσα στους θεσμούς του λαϊκού-ταξικού Κράτους».[5] Η βία ενσωματώνεται στον ίδιο τον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας.

[1] Βλ. σχετικά, Τζιαντζή Αφροδίτη, ‘’Οι δουλοκτήμονες του Τσιφλικιού’, Εφημερίδα των Συντακτών, 03/02/2015.
[2] Το χρήμα ως κανονιστική ύλη διαμόρφωσης και οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων επανέρχεται καθημερινά στην επικαιρότητα. Η προσίδια «υλικότητα» και «ταξικότητα» του,  η αναπαραγωγή του ως μέγιστο και απόλυτο κέρδος, εγγράφονται στα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.
[3] Βλ. σχετικά,  Μ.Ι.Τ., ‘Γιάννης Πανούσης. «Αμείλικτος» με τους ένστολους χρυσαυγίτες-κατηχητές’, Εφημερίδα των Συντακτών, 03/02/2015.
[4] Βλ. σχετικά, Αλτουσέρ Λουί, ‘Θέσεις’. (Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους). Μετάφραση: Γιαταγάνας Ξενοφών, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 85.
[5] Βλ. σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, τόμος β’, γ’ έκδοση, Μετάφραση: Χατζηπροδρομίδης Λ., Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 68.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Σίμος Ανδρονίδης: Και πάλι για τον Δεκέμβρη του 2008.

Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ

Το κείμενο αφιερώνεται στους «ανώνυμους» μετανάστες.

«Οι  ξένες συνοδοί και οι γέροντες κοιτάζονται σαν λίγο πριν την επανάσταση του 17. Όλοι ξέρουν πως θα γίνει. Οι συνοδοί αδημονούν οι γέροντες τρέμουν». (Γιάννης Βαρβέρης, ‘1917’).

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 επαναπροσδιόρισε τα όρια του αστικού-κοινωνικού «χώρου». Ως νόημα και ως πράξη εγκιβωτίστηκε στο πεδίο του κοινωνικού, την ίδια στιγμή που οι καθημερινές κινητοποιήσεις προσέλαβαν τα χαρακτηριστικά μίας κινηματικής «ολότητας» η οποία στράφηκε ενάντια στον τρέχων κρατικό υπόδειγμα. Οι μετανάστες, οι επισφαλώς εργαζόμενοι, οι μαθητές και οι φοιτητές «απέκτησαν» μία συγκεκριμένη κινηματική «υλικότητα», προκαλώντας ρήξεις και εγκάρσιες τομές. Το «κύμα» της εξεγερσιακής «αντιβίας» αποκρυσταλλώθηκε ως πρόταγμα στην κοινωνική δράση. Οι επιθέσεις σε διάφορα αστυνομικά τμήματα «επικάλυψαν» το όλο πλαίσιο της κρατικής-κατασταλτικής βίας όχι ως άμεση «απάντηση», αλλά ως εξεγερσιακό «όλον» που «χρησιμοποίησε» μορφές μίας «υλικής αντιβίας». Και ένα από τα σημαίνοντα του Δεκέμβρη ήταν  και η προσίδια στοχοποίηση του ρόλου και της δράσης των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, μία δράση που «φιλτράρεται» και διαμεσολαβείται στο άμεσο πεδίο του κοινωνικού.

Σε αυτό το πλαίσιο, η «υλική αντιβία» ενσωματώθηκε ως «οργανικό όλον» στη μορφή και στον τύπο της εξέγερσης. Δεν δύναται   να θεωρήσουμε  απλοϊκή και αφηρημένη την μορφή της «αντιβίας», ακριβώς διότι εκείνη την στιγμή, προσέλαβε ένα «ποιοτικό-σχεσιακό» περιεχόμενο, «αφοπλίζοντας» και αναγκάζοντας σε αμυντική στάση τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους.
Η μορφή της «αντιβίας» όρισε και προσδιόρισε την δράση ενός τμήματος του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Η «πολλαπλή κατεύθυνση» του Δεκέμβρη ήρε το όλο πλαίσιο άσκησης της κρατικής-κατασταλτικής βίας, εκεί όπου τα συλλογικά υποκείμενα αμφισβήτησαν το νόημα και το πράττειν της, προτάσσοντας την όχι απλά την μορφή της εξεγερσιακής «αντιβίας», αλλά την μορφή της αμφισβήτησης που επαναθεμελιώνει την κοινωνική «ολότητα».
Το δυναμικό αμφισβητησιακό «ρεύμα» αντιτάχθηκε στην πρώιμη και ταξική «εκδίπλωση»  των «ροών» της βαθιάς οικονομικής κρίσης, αφενός μεν αντλώντας συγκεκριμένη κοινωνική «ισχύ», αφετέρου δε μεταβάλλοντας ριζικά τον τρόπο και τον προσίδιο τύπο συγκρότησης του δρώντος κοινωνικού υποκειμένου. Και για πρώτη φορά, κάτι που θα λέγαμε πως συνιστά μία ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική ρήξη, στη συγκρότηση ενός δρώντος και ενεργού κοινωνικού υποκειμένου συμμετέχουν και οι μετανάστες, τα σώματα των οποίων «δέχονται» το «φορτίο» όχι απλώς της κρατικής-κατασταλτικής βίας, αλλά και εκείνου του τύπου της κρατικής-αστικής εκφοράς που χρησιμοποιεί την εργατική δύναμη με στόχο την διεύρυνση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Οι  μετανάστες «μετασχηματίζονται» σε δρώντα «υποκείμενα», η δράση των οποίων υπερβαίνει τις νόρμες της εθνικής «ομοιογένειας» και συγκρότησης. Τις ημέρες του Δεκέμβρη, τα σώματα τους και οι πράξεις τους φέρουν το «φορτίο» του ριζικού αμφισβητησιακού πράττειν. Οι κοινωνικά και πολιτικά «αόρατοι», η προσίδια «αναλώσιμη ύλη» του διευρυμένου κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, καθίστανται πλέον «ορατοί». Συμβάλλουν στην «από τα κάτω» οργάνωση και ρύθμιση της εγκάρσιας τομής που συνιστά η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.
Ας δώσουμε τον λόγο στους ίδιους τους πρωταγωνιστές: «Εμένα, ενός μαύρου, η ελευθερία μου σταματάει στο κατώφλι της πόρτας του διαμερίσματος μου. Και κάνω έκκληση στην ελληνική νεολαία που την απασχολεί η ισότητα όλων και τα δικαιώματα των ανθρώπων. Για τον λόγο αυτό, ενώνομαι με εσάς στον ευγενή αγώνα που διεξάγετε, γιατί ξέρουμε ότι δεν αγνοείτε πως  η αστυνομία μας στριμώχνει σε όλες τις γωνιές των δρόμων, μπροστά από τις στάσεις των λεωφορείων, του μετρό, ακόμα και μπρος στα σπίτια μας».[1]
 
Και οι μετανάστες ενσωματώθηκαν οργανικά στο όλο πλαίσιο της εξεγερσιακής «υλικότητας», αμφισβητώντας έμπρακτα το ολικό «απείκασμα» της κατασταλτικής βίας, ενώ την ίδια στιγμή, «διαχύθηκαν» ως εξεγερσιακές «φωνές» στο πεδίο του κοινωνικού. Ο Δεκέμβρης ενέγραψε στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά την δόμηση μίας κοινωνικής συμμαχίας των «από κάτω», οι οποίοι δεν αναζήτησαν την άμεση κομματική εκπροσώπηση και αντιπροσώπευση, αλλά έτειναν στο να μετασχηματιστούν σε «κοινωνικό σώμα» που «ενοποιήθηκε» στον κοινωνικό-αστικό «χώρο» και «δικτυώθηκε» σε όλη την κοινωνική επικράτεια, παντού όπου «ρέει» το πλαίσιο της δεδομένης ταξικής συγκρότησης και της κυριαρχίας του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας.

Η εξέγερση εκείνων των ημερών «επαναχάραξε» τα όρια των ιεραρχήσεων και των εγκλήσεων του αστικού συνασπισμού εξουσίας, που, εκείνες τις «κρισιακές» ημέρες, επεδίωξε την  σφυρηλάτηση των κοινωνικών συμμαχιών του υπό το επίδικο της διατήρησης του «νόμου και της τάξης». Ένα δυναμικό τμήμα του λαϊκού-εργατικού μπλοκ αμφισβήτησε έμπρακτα το δεδομένο «εύρος» των κοινωνικών συμμαχιών, στρεφόμενο κατά του «εφησυχασμού» της μικροαστικής τάξης, τάξης ενδιάμεσης που χωρίς να εμπλέκεται άμεσα στο συγκεκριμένο καταμερισμό εργασίας μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας δύναται να επηρεάσει το «ποιοτικό εύρος» του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Μία κινηματική «ετεροτοπία» αναδύθηκε εκείνη την χρονική περίοδο, «ετεροτοπία» που νοηματοδότησε εκ νέου το πεδίο του κοινωνικού.
η αλλη αποψη

[1] Βλ.σχετικά, ‘Η κραυγή απόγνωσης ενός μαύρου μετανάστη’, στο, Κυριακόπουλος Αλέξανδρος & Γουργούρης Ευθύμιος, (επιμ.), ‘Ανησυχία. Μια καταγραφή του αυθόρμητου τον Δεκέμβριο του 2008. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2009.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Η διανοητική-ιδεολογική καταδίκη της «παλαιάς και κακής» Μεταπολίτευσης.

Για το κίνημα στις Σκουριές Χαλκιδικής.

του Σίμου Ανδρονίδη υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
«Και να που φτάσαμε εδώ χωρίς αποσκευές Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι…». (Τάσος Λειβαδίτης, ‘Αλλά τα βράδια’). 
Το ζήτημα μίας ‘νέας’ Μεταπολιτευτικής έγκλησης συμφύεται οργανικά με την δραστηριοποίηση των πολιτικών κομμάτων.  Ήδη διάφοροι πολιτικοί αναλυτές στοχάζονται πάνω στην αναγκαιότητα συγκρότησης μίας ριζικά και δομικά διαφορετικής Μεταπολίτευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, συσχετίζουν το όλο πλαίσιο της «παλαιάς» Μεταπολιτευτικής θέσμισης και «αρχιτεκτονικής» με το «ξέσπασμα» της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Αγνοώντας την προσίδια δομή και κίνηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής συνδέουν την «ξέσπασμα» της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης με μία συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική περίοδο, εκεί όπου οι εργαζόμενοι-καταναλωτές «ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες τους». 

Ο απλοϊκός και αντιεπιστημονικός αναγωγισμός του τύπου «παλαιά και κακή» Μεταπολίτευση= οικονομική και πολιτική κρίση αδυνατεί να προσλάβει το «όλον» της κίνησης και λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Σε αυτήν την περίπτωση, η δομική δυσλειτουργία του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού ανάγεται στη μη ορθή πολιτική διαχείριση καθώς και στον λαϊκισμό των δύο κύριων πολιτικών κομμάτων (ΠΑΣΟΚ & Ν.Δ. Βέβαια στην ανάλυση τους, τα «σκήπτρα» του λαϊκισμού τα κρατάει το Παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ).  Η επιστημονικοφανής εστίαση στο φαινόμενο του λαϊκισμού προσδίδει «νομιμοποίηση» σε μία συγκεκριμένη ανάλυση περί οικονομικής και πολιτικής κρίσης. 
Η συγκεκριμένη ανάλυση αγνοεί: 
1. το όλο  πλαίσιο της Μεταπολιτευτικής αναπαραγωγής του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας, ήτοι το πώς αρθρώθηκε και διαμεσολαβήθηκε στο πεδίο του κοινωνικού η  κυριαρχία της αστικής τάξης,
 2. το πλαίσιο της αναπαραγωγής του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων, 
3. την συνάρθρωση και εκπροσώπηση κοινωνικών συμφερόντων από τα πολιτικά κόμματα. Είναι εντυπωσιακό το πώς η «ιδεολογική» αντίληψη περί εργαζομένων που για πολύ καιρό «ζούσαν πάνω από τις δυνατότητες» τίθεται στην προμετωπίδα ενός ευρύτερου «αντιλαϊκίστικου» λόγου και «πνεύματος» που ανάγει την σύνολη κοινωνική και πολιτική Μεταπολιτευτική διευθέτηση σε «εμπόδιο» που θέτει προσκόμματα στον δομικό εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό της χώρας. 

Με αυτό τον τρόπο, μεταβαίνουμε σε μία προσίδια και τύποις «επιστημονική» αντίληψη που αποκόπτεται από τις διεργασίες εκείνες που καθορίζουν και «επικαθορίζουν» συνάμα τον ρυθμό ανάπτυξης και εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Ο εργαζόμενος, ο βασικός, άμεσος και θεμελιώδης «δρών παράγων της παραγωγής» (είναι πάντα επίκαιρη η θεωρητική συνεισφορά του Νίκου Πουλαντζά) μετασχηματίζεται σε καταναλωτή που ξοδεύει χρήματα αλόγιστα, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο την συγκρότηση μίας «νέας υλικότητας», μίας «νέας υλικής» ζωής που υπερβαίνει το καλώς εννοούμενο «υλικό» μέτρο. 

Ομιλώντας με κοινωνιολογικούς όρους, θα λέγαμε πως στη βάση αυτής της «επιστημονικής» αντίληψης η ίδια η εργατική τάξη μετασχηματίζεται σε πλέρια «καταναλωτική» τάξη η οποία συγκροτείται «φαντασιακά» και ανανοηματοδοτείται κοινωνικά «καταναλώνοντας». Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μας προσφέρει μία συνοπτική περιγραφή αυτής της αντίληψης: «Η Ελλάδα μπήκε στον αστερισμό του «περίπου». (σ.σ: αναφέρεται στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ). Οι προσδοκίες ανανεώθηκαν, οι λέξεις άλλαξαν, και διαμορφώθηκε μια κοινή συναίνεση η οποία στηριζόταν στην παραδοχή πως είναι καλύτερο να ζούμε με προσδοκίες οι οποίες είναι εξωπραγματικές αλλά πραγματοποιούνται εν μέρει, στο περίπου δηλαδή, παρά να προσαρμόσουμε τις προσδοκίες μας στην αφόρητα πεζή και αδιάφορη πραγματικότητα». (1) 

  (1)Βλ.σχετικά, Θεοδωρόπουλος Τάκης, ‘Παλαιά και νέα μεταπολίτευση’, Εφημερίδα Καθημερινή, 27.07.2014, www.kathimerini.gr. Κατά τον συγγραφέα, η ‘νέα’Μεταπολίτευση «απαιτεί την αποσυμφόρηση της λειτουργίας της (σ.σ: της Δημοκρατίας) από τον λεκτικό πληθωρισμό, πληγή εξίσου σοβαρή με τον λαϊκισμό». Ο λαϊκισμός και η λεκτική υπερβολή ορίζουν και προσδιορίζουν συνάμα το εύρος της «παλαιάς» Μεταπολιτευτικής διευθέτησης. Ο διανοητικός «αντιλαϊκισμός» ως «επιστημονικό» συγκείμενο αδυνατεί να προσλάβει το «όλον» της κίνησης των κοινωνικών τάξεων και των πολιτικών κομμάτων. Ουσιαστικά, αδυνατεί να προσλάβει το προτσές του τρόπου λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Κάπως «μεταφυσικά» και αδιανόητα, ο λαϊκισμός ορίζεται και φορτίζεται ως «ιός» που είχε «προσβάλλει» τα πολιτικά κόμματα και τα κοινωνικά συγκείμενα. Ο διανοητικός «αντιλαϊκισμός» ωσάν δόση φαρμάκου, απαλλάσσει το κοινωνικό «σώμα» που «ασθενεί» από τον «ύπουλο ιό». Δύναται να κάνουμε λόγο για την «ιατρικοποίηση» των ευρύτερων «κρισιακών» νοημάτων και ορολογιών. Μία πολύ καλή ανάλυση προσφέρει η Αθηνά Αθανασίου στο βιβλίο της ‘Η κρίση ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης’. Η αντιστροφή των νοημάτων οδηγεί σε εκείνο το διανοητικό σχήμα όπου η λεκτική υπερβολή ευθύνεται για τις συνέπειες της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης.

H επιδίωξη της εργατικής και των σύμμαχων τάξεων μα μεταβάλλουν ριζικά τους όρους της κοινωνικής και «υλικής» αναπαραγωγής τους ανασημαίνεται ως προσίδια μορφή μίας «μερικής» αντίληψης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι που συμπυκνώνεται στο δόγμα της με κάθε τρόπο ικανοποίησης των «υλικών» αναγκών, πέρα και πάνω από το οικονομικό-ταξικό «γνωρίζειν» και «ανήκειν». 

Η παραγωγή των όρων και των προϋποθέσεων για την ανάδυση, την διαμόρφωση και την τελική αποκρυστάλλωση της διευρυμένης αναπαραγωγής του μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων,  στοχοποιείται ως αλόγιστη σπατάλη, η αλλιώς και με βάση την  λογική του συγγραφέα, ως ζωή στο «περίπου». Επίσης, δεν δίδεται η παραμικρή έμφαση στην εμπροσθοβαρή κίνηση του μπλοκ των λαϊκών τάξεων. Η στοχοποίηση και η «ενοχοποίηση» των υλικών όρων συγκρότησης και αναπαραγωγής των λαϊκών κοινωνικών τάξεων συμφύεται οργανικά με το κρίσιμο και «κρισιακό» συγκείμενο: η «μερική» πρόσληψη της κοινωνικής και πολιτικής «κανονικότητας» και η αλόγιστη οικονομική σπατάλη οδήγησαν στο ευρύτερο «κρισιακό» κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Τώρα, οι εργαζόμενοι, οι πάντα «δρώντες παράγοντες της παραγωγής» θα υποστούν την βάσανο της «εξαγνιστικής λιτότητας».
 Και εδώ η λέξη και η έννοια της λιτότητας αποκτά δύο «κρισιακά» υποδείγματα: 
1. Το υπόδειγμα της οικονομικής λιτότητας που μετουσιώνεται «αρμονικά» στην αντίληψη και στην απτή «κανονικότητα» της περιστολής μισθών και συντάξεων καθώς και των δημόσιων δαπανών, (η περιβόητη  οικονομική και «κρισιακή»  λιτότητα υπερβαίνει το όλο Μεταπολιτευτικό πεδίο της αλόγιστης οικονομικής σπατάλης), και,
 2. Αναδύεται στην πολιτική «επιφάνεια» το αξίωμα της «πνευματικής» λιτότητας. Έτσι, η «πνευματική» λιτότητα, νοούμενη και οριζόμενη ως λιτότητα βίου, αξιών και νοημάτων μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση της «ολικής» ανασημασιοδότησης του πεδίου του κοινωνικού: η λιτότητα βίου και αξιών ισοδυναμεί με την «λιτότητα» και την «εξασθένιση» των λαϊκών-εργατικών απαιτήσεων και διεκδικήσεων. 
 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, (οι «κρατούντες» την κυρίαρχη ιδεολογία, οι μηχανισμοί που φέρουν την αστική ιδεολογία ως ιδεολογικό-φορτισμένο «όλον»), τείνουν να νοηματοδοτήσουν εκ νέου το πεδίο της «κρισιακής» εκφοράς και άρθρωσης των κοινωνικών τάξεων. Με αυτόν τον τρόπο το πεδίο του κοινωνικού ανασυγκροτείται και ανασημαίνεται ως πεδίο που ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά που «υπερπροσδιορίζουν» τον ρόλο και την κοινωνική-οικονομική παρουσία και λειτουργία του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. 
Οι «δρώντες παράγοντες της παραγωγής» που υπερέβησαν τα προσδιορισμένα όρια του «υλικού» τους βίου πρέπει να υποστούν την τιμωρητική βάσανο της λιτότητας, ωσάν η απόκτηση ενός αυτοκινήτου να ανάγεται αυτομάτως στην «μεταφυσική» αντίληψη περί τιμωρίας της «σπατάλης». 

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

Ο Σίμος Ανδρονίδης και η " Σχεδία Μνήμης " του Αλέκου Χατζηκώστα!!


  Καλησπέρα και από εμένα. Ευχαριστώ πολύ τον κύριο Χατζηκώστα για την ιδιαίτερα τιμητική του πρόταση να είμαι ένας από τους εισηγητές στην παρουσίαση του νέου του βιβλίου που έχει τίτλο ‘Σχεδία’ Μνήμης. Και τι σημαίνει ‘Σχεδία’ Μνήμης; Ποια μπορεί να είναι το νόημα μίας σειράς διηγημάτων με τον τίτλο ‘Σχεδία’ Μνήμης; Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου περικλείει και ενσωματώνει οργανικά στάσεις, αξίες και νοήματα που συμπυκνώνουν και νοηματοδοτούν την ίδια την ζωή. Μία ζωή, που μέσω της καθημερινής της «αποτύπωσης»,  «καθαγιάζεται» στο πεδίο του συλλογικού «πράττειν», και πάνω απ’ όλα, στο πεδίο της «ζώσας» μνήμης. Η ‘Σχεδία’ Μνήμης περιλαμβάνει μικρά και γεμάτα από νοήματα «λογοτεχνικά» διαμαντάκια τα οποία τέμνουν και ανατέμνουν ταυτόχρονα το κοινωνικό αλλά και πολιτικό γίγνεσθαι. 

 Και εδώ ακριβώς έγκειται η ικανότητα του συγγραφέα Αλέκου Χατζηκώστα: Μέσα από τύποις καθημερινές ιστορίες, μέσα από την «ζωή» ανθρώπων που διαβιούν εντός του «χωροχρόνου» της βαθιάς οικονομικής κρίσης παρουσιάζει και αποτυπώνει την «μεγάλη» εικόνα, έτσι ώστε τα διηγήματα του να λειτουργούν ως ένα λογοτεχνικό παλίμψηστο που περιέχει και ξεδιπλώνει σταδιακά  εικόνες και αξίες που νοηματοδοτούν και ανασημασιοδοτούν ένα συγκεκριμένο πρότυπο και υπόδειγμα ανθρώπου. Oι ιστορίες του Αλέκου Χατζηκώστα εκκινώντας από την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, «φωτίζουν» την Μεταπολιτευτική κοινωνική και πολιτική συγκρότηση και καταλήγουν στο «κρισιακό σήμερα». Ένα «σήμερα» που προσδιορίζεται από τις συνέπειες της βαθιάς οικονομικής κρίσης. 

 Και ο άνθρωπος διαβαίνει μέσα από τις ιστορίες του, περνάει μέσα από το «πυρίκαυστο» πεδίο της ζωής και ανάγεται στο φως, το λυτρωτικό-αφετηριακό φως μίας «νέας» ζωής γεμάτης από αξίες που δύναται να καθορίσουν και να «επικαθορίσουν» το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Είναι εξόχως χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας προτιμά να «κλείσει» το τελευταίο διήγημα που έχει τον τίτλο ‘ΤΟ ΛΟΤΤΟ’: Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι χαΐρι δεν έχουμε. Τουλάχιστον, ας αλλάξουμε τα γούρια μας και ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας». Μετά έκλεισε την πόρτα και ενώθηκε με τους συμφοιτητές του…  

 Εδώ το τέλος που λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της ερωτικής απογοήτευσης νοείται και ορίζεται ως «νέα» αρχή, ως αφετηρία μίας πράξης και πρακτικής που στην προμετωπίδα της φέρει το «πρόσημο» του συλλογικού «ανήκειν». Στο ίδιο πλαίσιο η «αλλαγή», η μεταβολή θα λέγαμε, νοείται ως μία διαδικασία ατομικού μετασχηματισμού που, την ίδια στιγμή ανάγεται και ενσωματώνεται στο συλλογικό πράττειν, στο πράττειν μίας φοιτητικής κινητοποιήσεις με συγκεκριμένη στόχευση και «ποιοτικό» περιεχόμενο. Είναι εξαιρετική η ικανότητα του συγγραφέα να αντλεί και να αποτυπώνει «όψεις» που άπτονται της καθημερινότητας και του καθημερινού γίγνεσθαι. Καίριος και καυστικός, με την «πένα» του ανάγεται και ανοίγεται στη μεγάλη «θάλασσα της ζωής» και της «ζώσας» μνήμης. 

 Η πένα του αποκαθάρει και «φωτίζει» ταυτόχρονα τις κρυμμένες «γωνίες» όχι μόνο της καθημερινότητας που τείνει να γίνει  κανονικότητα, αλλά και τις «κρυμμένες» γωνίες της κοινωνικής και πολιτικής «ολότητας». Το παλίμψηστο, ανοίγει, απλώνεται στο «χώρο» και στο «χρόνο, εκεί που το ύφος και το περιεχόμενο της καθημερινής ζωής τέμνουν και ανατέμνουν το πεδίο του κοινωνικού. 

 Η «υπόγεια» πολιτικοποίηση «φιλτράρεται» και διαμεσολαβείται στο πεδίο ενός «ημερήσιου» και συνηθισμένου πράττειν, ενώ, την ίδια στιγμή, μεταβάλλοντας δομικά και ριζικά τα νοήματα, (κάτι που αποτελεί ικανότητα του συγγραφέα) διεκδικεί τις «δάφνες» μίας έντονης και αποκρυσταλλωμένης πολιτικής παρέμβασης. 
 Στην αρχή του διηγήματος Το «πραξικόπημα» διάβασα το πιο εύστοχο λογοτεχνικό αλλά και πολιτικό σχόλιο που θα μπορούσε να ειπωθεί για την ανυπόστατη και  βαθιά αντιδραστική θεωρία των «δύο άκρων» πέρα και πάνω από τους κανόνες μίας politically correct ορθότητας: «ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ Μ…Α. ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ οι αντάρτες με τους δοσίλογους; Οι τραμπούκοι με τα μαύρα μπλουζάκια, με τους εργάτες που παλεύουν με το ψωμί τους; Αυτά σας έμαθαν εκεί στο Αμέρικα που σπουδάσατε; Τα είπε μαζεμένα και ξέσπασε μουντζώνοντας την οθόνη της τηλεόρασης που, εκείνη την ώρα, μιλούσε ο πρωθυπουργός για «τα δύο άκρα».  

 Ο συγγραφέας, μέσω της τρέχουσας και ενεργής λογοτεχνικής παρέμβασης αποδομεί την θεωρία των δύο άκρων, προβαίνοντας σε ένα καίριο πολιτικό σχόλιο για την εποχή μας, την εποχή του ευρύτερου «κρισιακού» περιβάλλοντος εντός του οποίου δραστηριοποιούνται «μαύρα τέρατα». Και αυτό το πετυχαίνει αφενός μεν με τον λόγο ενός λογοτεχνικού αντιήρωα, ένας λόγος που κινούμενος στον «αέναο» κύκλο της ζωής μετασχηματίζεται την ίδια στιγμή σε αντιηγεμονική ιδεολογία που ενσωματώνει αντιφασιστικά χαρακτηριστικά, αφετέρου δε με την επίκληση της πάντα ενεργής και «πυρίκαυστης» μνήμης. «ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ οι αντάρτες με τους δοσίλογους; Οι τραμπούκοι με τα μαύρα μπλουζάκια με τους εργάτες που παλεύουν για το ψωμί τους; Η «ζώσα» μνήμη επανέρχεται και μέσω της πένας του συγγραφέα, επενεργεί στο ιδιαίτερο βεβαρημένο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Οι αντάρτες της συλλογικής κινητοποίησης και δραστηριοποίησης, οι αντάρτες του αντιφασιστικού αγώνα ανασημασιοδοτούν και ανασυγκροτούν το «μαύρο» πολιτικό παίγνιο.

Πετυχημένη «στάση» της «Σχεδίας Μνήμης» στην Αλεξάνδρεια

 Ο συγγραφέας «εγγίζει» τις όψεις μίας ζωής γεμάτης από όνειρα και φως. Με οδηγό την ‘Σχεδία’ Μνήμης διαβαίνει την μεγάλη «θάλασσα» της ζωής, ή αλλιώς, την πάντα μεγάλη «θάλασσα της μνήμης», μία μνήμη που αντιπαρατίθεται άμεσα με το έρεβος της λήθης και της συλλογικής «αμνησίας». Οι ιστορίες του αποτελούν καθημερινά ψηφιδωτά, αμαλγάματα μίας έντονης αγωνιστικής παρουσίας του συγγραφέα, που όχι μόνο αποτυπώνονται στο χαρτί, αλλά και αποκρυσταλλώνονται στο πεδίο του κοινωνικού. Οι λέξεις και τα νοήματα του ταξιδεύουν στο «χώρο» και στο «χρόνο» της βαθιάς οικονομικής κρίσης.

  Οι λέξεις του συγγραφέα γίνονται φως, σάλπισμα μίας νέας πορείας εντός του «πεδίου» της ζωής. Οι μικροϊστορίες του νοούνται ως νοήματα που επαναχαράσσουν τα όρια της κανονικότητας, «διεισδύουν» στις μύχιες και αθέατες όψεις της ζωής, ανασυγκροτούν το κατακερματισμένο συλλογικό πράττειν, αποκαλύπτοντας μας έναν συγγραφέα ο οποίος κάνει μετουσιώνει σε ενεργητική πρακτική και πράξη  το αξίωμα του Αντόνιο Γκράμσι: όλοι οι άνθρωποι δύνανται να επιτελέσουν λειτουργίες διανοούμενου. Οι οργανικοί διανοούμενοι, όπως γράφει και ο Αντόνιο Γκράμσι, «είναι οι μεγαλύτερες δυνατές «εξειδικεύσεις» ορισμένων μορφών της πρωταρχικής δραστηριότητας του νέου κοινωνικού τύπου που η νέα τάξη έφερε στο φως». 


 Και ο Αλέκος Χατζηκώστας, μέσω και της καθημερινής του παρουσίας με την εφημερίδα ‘Η Άλλη Άποψη’ μετουσιώνει και ενσωματώνει οργανικά  εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός ενεργού διανοούμενου, ο οποίος με ακρίβεια χειρουργού, τέμνει και ανατέμνει το βεβαρημένο και φορτισμένο πεδίο της κρίσιμης και «κρισιακής» εποχής. Αφουγκράζεται τους παλλόμενους χτύπους της ζωής, ανάγει τον έρωτα σε κινητήριο και αφετηριακό νόημα, «εγγίζει» το λυτρωτικό φως της μνήμης, ενώ, την ίδια στιγμή εγκιβωτίζει στο «χώρο» του κοινωνικού τα ψήγματα μίας λογοτεχνίας που ορίζεται και προσδιορίζεται ως ο αρμός μίας αφετηριακής εκκίνησης προς τον «χώρο» μίας άλλη ζωής. 

 Η ‘Σχεδία Μνήμης’, και δεν είναι καθόλου υπερβολή εγγίζει το ποίημα ‘Ελευθερωτές’ του σπουδαίου Χιλιανού Pablo Neruda. Το δέντρο του Νeruda, το δέντρο της ζωής ενσωματώνει μνήμες, στάσεις, αξίες και πρότυπα μίας ζωής καμωμένης και ριζωμένης  στη συλλογικότητα και στον αγώνα. «Αυτό είναι το δέντρο των ελεύτερων. Το δέντρο γη, το δέντρο σύννεφο, το δέντρο ψωμί, το δέντρο ακόντιο, το δέντρο γροθιά, το δέντρο φωτιά. Το πνίγουν τα φουρτουνιασμένα νερά του νύχτιου καιρού μας, μα στο κατάρτι του ζυγιάζεται της εξουσίας του ο τροχός».  

 Όπως και το δέντρο του Neruda, έτσι και η ‘Σχεδία’ Μνήμης του Αλέκου Χατζηκώστα ανατέμνει την «ζώσα» μνήμη ταξιδεύοντας και χαρτογραφώντας τα «φουρτουνιασμένα νερά του νύχτιου καιρού μας». Η ‘Σχεδία’ του περικλείει το φως, το λυτρωτικό νερό που ξεδιψά στους «άνυδρους» καιρούς που ζούμε και την λυτρωτικό μνήμη. Όπως έγραψε πάλι ο Pablo Neruda, «ίσως, ίσως οι άνθρωποι σα σιδεράς να καταφεύγει στη θράκα, στις σφυριές του σίδερου πάνω στο σίδερο, χωρίς να μπαίνει στις τυφλές πολιτείες του κάρβουνου, χωρίς να κλείνει τα μάτια και να γκρεμίζεται κάτω σε βύθη, σε νερά, σε ορυχτά, σε χαλασμούς».  
 Και η ‘Σχεδία’ Μνήμης δεν «γκρεμίζεται σε βύθη, σε νερά, σε ορυχτά, σε χαλασμούς». Οι λέξεις και τα νοήματα του Αλέκου Χατζηκώστα ταξιδεύουν, οι «μέρες του αφηγούνται» για να θυμηθούμε έναν άλλο σπουδαίο Λατινοαμερικάνο συγγραφέα, τον Ουρουγουανό Eduardo Galeano. Η ίδια η λογοτεχνική του πράξη αφηγείται την μικροϊστορία που συμπυκνώνει αξίες ζωής που την ίδια στιγμή ανάγονται στο πεδίο της μακροϊστορίας. 

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Σίμος Ανδρονίδης: Η "νέα" Αμερική!!!!!!


Γράφει ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ
«I warn you of the fate, Proven true to late, Your tongue twist perverse, Come drink now of this curse, And now I fill your brain, I spin round again, My poison fills your head As I tuck you into bed, You feel my fingertips, You won’t forget my lips, You’II feel my cold breath, It’s the kiss of death». (Megadeth, ‘Tornado of Souls, 1990).

Το ξέσπασμα της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης στις ΗΠΑ το 2008, συνέβαλλε στην δομική μεταβολή των όρων αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων. Η διευρυμένη αναπαραγωγή του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη «μείωση» της δυνατότητας διευρυμένης αναπαραγωγής του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Η προσίδια και «φορτισμένη» διαχείριση της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης τείνει να διαμορφώνει το έδαφος για την ανάδυση και την αποκρυστάλλωση εγκάρσιων τομών που αφενός μεν επηρεάζουν την «χωρική» κατανομή της σύνολης κοινωνικής «ολότητας», αφετέρου δε ανασυγκροτούν το πλαίσιο παρέμβασης των κοινωνικών τάξεων.


Η διαχείριση και η ρύθμιση των ενεργών και τρεχουσών «ροών» της βαθιάς και πολυεπίπεδης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης αναδιατάσσει το όλο πλέγμα του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, καθότι επανεγγράφει στο πεδίο του κοινωνικού την «βιωμένη» πολιτική και οικονομική κυριαρχία του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας. Και η συγκεκριμένη επανεγγραφή συντελείται με «νέους» και «ποιοτικούς» όρους. Η «κρισιακή κανονικότητα στη Μέκκα του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού ορίζεται και προσδιορίζεται από την «μερικότητα» των όρων διεξαγωγής της ταξικής-κοινωνικής σύγκρουσης.
Και λέγοντας «μερικότητα», εννοούμε την αδυναμία του κοινωνικού μπλοκ των λαϊκών τάξεων να αρθρωθεί ως τάξη απέναντι σε τάξη, διαθέτοντας συγκεκριμένη κοινωνική ισχύ και «ενέργεια». Εκεί όπου διευρύνεται το κοινωνικό, ταξικό και εισοδηματικό χάσμα, καθότι ο αναπροσδιορισμός του κοινωνικού γίγνεσθαι συντελείται με τους όρους μίας περαιτέρω «ποιοτικής» ισχυροποίησης της κυρίαρχης τάξης.


Η κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων αποτυπώνει και σκιαγραφεί με ενάργεια το πεδίο της «νέας κρισιακής κανονικότητας» στις ΗΠΑ. Χιλιάδες άτομα που ως επί το πλείστον συμφύονται οργανικά με το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων έχασαν τις κατοικίες τους λόγω της «τραπεζικής» πολιτικής των μαζικών κατασχέσεων. Η απώλεια της κατοικίας ισούται με την ανάδυση μίας «οντολογίας συρρίκνωσης» του ανθρώπινου όντος, κάτι που διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση μορφών ενός «αβίωτου βίου» εξόν του πλαισίου της «οικιακής ασφάλειας».
 Οι κατασχέσεις των κατοικιών εντάσσονται οργανικά και αρμονικά στη λογική μίας διαχείρισης της «κρισιακής» εκφοράς που, την ίδια στιγμή, διευρύνει το κοινωνικό, ταξικό και εισοδηματικό χάσμα μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τάξεων. Μία ενδελεχής παρατήρηση της «χωρικής» κατανομής των μεγάλων αστικών κέντρων στις ΗΠΑ, καταδεικνύει και αποδεικνύει την  μορφή και τον τύπο που προσλαμβάνει η «νέα» κρισιακή «κανονικότητα» στις ΗΠΑ. Οι «κρισιακές» ρήξεις και εγκάρσιες τομές «εγχαράζουν» την «νέα» μορφή της πόλης, ήτοι του «κρισιακού» αστικού χώρου.


Πλέον,  η «νέα» Αμερική του Δημοκρατικού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα απαγορεύει μέχρι και την διανομή συσσιτίων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Πιο συγκεκριμένα, «η τελευταία έκθεση (Οκτώβριος 2014) του National Coalition for the Homeless (σ.σ: Εθνικού Συνασπισμού για τους Άστεγους) αποκαλύπτει ότι 31 αμερικανικές πόλεις έχουν λάβει νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν σημαντικά άτομα και οργανώσεις που προσφέρουν συσσίτια στους άστεγους!».[1]
Ο στόχος της συγκεκριμένης πολιτικής είναι προφανής: η «απομάκρυνση» από τον χώρο πραγματοποίησης εμπορικών και οικονομικών δραστηριοτήτων (κέντρα μεγάλων πόλεων) όλων όσοι δεν ανήκουν και δεν περιλαμβάνονται οργανικά στη «νέα» αστική δομή, η οποία και υπεροπροσδιορίζεται πλέον από το πλέγμα και το πλαίσιο των δραστηριοτήτων που ασκούν μερίδες του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Οι πένητες και οι αποκλεισμένοι, οι άστεγοι και οι ομάδες που παρέχουν τροφή στους άστεγους αίρουν τα θεμελιώδη και προσίδια χαρακτηριστικά που ορίζουν και νοηματοδοτούν την έννοια του  «αξιοβίωτου βίου». 

Η «λειτουργία» του «αβίωτου βίου» συμφύεται οργανικά με την «νέα» χωρική κατανομή των μεγάλων αστικών κέντρων στις ΗΠΑ, στον χώρο όπου πλέον η αδυναμία μίας διευρυμένης ατομικής και συλλογικής αναπαραγωγής αντιμετωπίζεται ως ποινικό αδίκημα.  Και είναι εξόχως χαρακτηριστικό το ότι στις ΗΠΑ, το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού συγκεντρώνει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου, κάτι που δύναται να ανασυγκροτήσει την όλη εξουσιαστική διάρθρωση του αστικού συγκροτήματος εξουσίας.


Η «νέα» «τοπικότητα» και «υλικότητα» του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι, ανασυστήνει  ως κοινωνική «υπερδομή» την κυρίαρχη τάξη, όταν τα μέλη της αντίθετης κοινωνικής δομής κατατάσσονται στην κατηγορία του πένητα από επιλογή, του πένητα που δεν εκμεταλλεύεται τις πλείστες όσες ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης και προόδου.
Η εργατική τάξη στις ΗΠΑ έχει υπερβεί προ πολλού το σημείο-μηδέν, έχει μετασχηματιστεί η ίδια σε σημείο-μηδέν. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων του μπλοκ των κυριαρχούμενων τάξεων αποκρυστάλλωνεται στην χωρική διάρθρωση των μεγάλων αστικών κέντρων στις ΗΠΑ. Έτσι, η «νέα» Αμερική δομείται με τα θεμελιώδη συστατικά της κοινωνικής απόκλισης και «ασυνέχειας», που τείνουν να εγγράψουν στο πεδίου του κοινωνικού, την «ολική» οικονομική και κυριαρχία του αστικού συνασπισμού εξουσίας.

Οι κοινωνικές συμμαχίες που συγκροτεί η κυρίαρχη τάξη αποκλίνουν από τον τρόπο και την μορφή της εξυπηρέτησης των εργατικών-ταξικών συμφερόντων. Απαιτείται «μια Πόλη της Εργασίας στα σπλάχνα της Πόλης του Κεφαλαίου, μια πόλη που θα διοχέτευε στα κανάλια της όλες τις ροές που θα δημιουργούσε ο κοινωνικός τρόπος οργάνωσης της παραγωγής δημόσιων, συλλογικών αγαθών, και θα άρδευε έτσι τα χωράφια της κόκκινης αλληλεγγύης,  όπου ένας και μοναδικός συλλογικός εργαζόμενος θα πάλευε να απαλλαγεί από την Πόλη του Κεφαλαίου και από το τέρας που της δίνει μορφή».[2]

[1] Βλ.σχετικά, Μπαζού Βάλια, ‘Ποινικοποιούν άστεγους και συσσίτια’, Εφημερίδα Το Ποντίκι, 27/10/2014, topontiki.gr.
[2] Βλ.σχετικά, Ιωακείμογλου Ηλίας, ‘Από την Πόλη του Κεφαλαίου στην Πόλη της Εργασίας’, Περιοδικό Θέσεις, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2014, Τεύχος 128, σελ.95.
πηγη: Η άλλη άποψη

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ορισμένα αναρτώμενα απο το διαδίκτυο, κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής) θεωρούμε οτι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε.

Το ιστολόγιο bellos blogspot.com εκφράζουν απολύτως οι αναρτήσεις που αναφέρουν την υπογραφή bellosblog. Αναρτήσεις άλλων ή αναδημοσιεύσεις ή σχόλια που δημοσιεύονται σ'αυτό το ιστολόγιο, εκφράζουν αυτούς που τα υπογράφουν και όχι απαραίτητα το bellosblog