Οι εξαγωγές LNG των ΗΠΑ στρέφονται προς την Ασία
Οι ανταγωνισμοί για πηγές, αγωγούς, LNG και αγορές αναδιατάσσουν τον παγκόσμιο χάρτη
Με τις τιμές της Ενέργειας σε επίπεδα ρεκόρ εδώ και πολλά χρόνια, προειδοποιήσεις ακόμα και για διακοπές τροφοδοσίας στο ντίζελ και στο φυσικό αέριο, τη βδομάδα που πέρασε, οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ πραγματοποίησαν Ατυπη Σύνοδο στο Δουβλίνο. Στην επίσημη ατζέντα της συνάντησης υπήρχαν τρεις βασικοί άξονες: Η «προσιτότητα» της Ενέργειας, οι «αναταράξεις» της αγοράς και η «ενεργειακή ασφάλεια».
Στη συνέντευξη Τύπου μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, ο Ιρλανδός υπουργός Ενέργειας, που βρίσκεται αυτό το εξάμηνο στην προεδρία, αναφέρθηκε στον «δεύτερο μεγάλο κλυδωνισμό ορυκτών καυσίμων μέσα σε τέσσερα χρόνια» και έκανε λόγο για «κρίση τιμών» Ενέργειας. Η φρασεολογία παραπέμπει περισσότερο σε ένα «εξωτερικό σοκ» που πλήττει τη λειτουργία των αγορών, παρά σε μια πολεμική σύγκρουση μέσα στην οποία εμπλέκονται άμεσα οι ίδιες οι κυβερνήσεις της ΕΕ. Στη γλώσσα των Ευρωπαίων αξιωματούχων, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος γίνεται «σοκ», οι πολεμικές συγκρούσεις «διαταραχές» και οι συνέπειες που πληρώνουν οι λαοί «πίεση στις τιμές». Η πραγματικότητα, έτσι, εμφανίζεται περίπου σαν φυσικό φαινόμενο που απλώς έτυχε να πλήξει την ΕΕ.
Πίσω όμως από τη «διαταραχή» βρίσκονται οξύτατοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί για πηγές, δρόμους μεταφοράς, αγορές και ενεργειακές υποδομές, οι οποίοι εκφράζονται πλέον ανοιχτά με πολεμικά μέσα. Καθόλου δεν είναι η ΕΕ - όπως και η ελληνική κυβέρνηση - εξωτερικός παρατηρητής αυτής της πραγματικότητας, αλλά αντίθετα αποτελεί μέρος του ενεργειακού πολέμου που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Οι ίδιες οι επιλογές της για απεξάρτηση από τη Ρωσία, στροφή στο αμερικανικό LNG, η προσπάθεια να ενισχύσει τις δικές της υποδομές, η συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για τη μοιρασιά ενεργειακών πηγών και δρόμων Ενέργειας, η αναζήτηση «έμπιστων εταίρων» αποτελούν μέρος της αναδιάταξης των ενεργειακών ροών και των ευρύτερων ανταγωνισμών, στους οποίους είναι χωμένη.
Μέρος του ιμπεριαλιστικού πολέμου τα ενεργειακά «σοκ» και οι «διαταραχές»
Ενα από τα πολλά «στιγμιότυπα» του ενεργειακού πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη, με τον ανταγωνισμό για τις προμήθειες LNG
Η Ενέργεια βρίσκεται στον πυρήνα των ιμπεριαλιστικών πολέμων που εξελίσσονται σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη. Στην Ουκρανία, τα ηλεκτρικά δίκτυα, οι μονάδες παραγωγής Ενέργειας, τα διυλιστήρια έχουν βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη Ρωσία, ουκρανικές επιθέσεις έχουν πλήξει διυλιστήρια, εγκαταστάσεις πετρελαίου και άλλες υποδομές, πλοία που συνδέονται με την παραγωγή και εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό χώρο όπου οι ενεργειακοί σχεδιασμοί, οι μεταφορές και η στρατιωτική αντιπαράθεση τέμνονται. Η στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ δείχνει γιατί οι ενεργειακές υποδομές και οι δρόμοι μεταφοράς έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Η Ενέργεια, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μία από τις συνέπειες των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Αποτελεί ταυτόχρονα στρατηγικό παράγοντα των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο οι ίδιες οι ενεργειακές πηγές, αλλά ολόκληρη η αλυσίδα που συνδέει την παραγωγή με την κατανάλωση: Οι εγκαταστάσεις παραγωγής και επεξεργασίας, τα διυλιστήρια, οι αποθήκες, οι αγωγοί, τα λιμάνια, οι θαλάσσιες οδοί και οι αγορές.
Αποτέλεσμα της πολιτικής της τα νέα αδιέξοδα της ΕΕ
Βασικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές σε Μ. Θάλασσα και Μ. Ανατολή το τελευταίο 9μηνο
Βασικά πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές σε Μ. Θάλασσα και Μ. Ανατολή το τελευταίο 9μηνο
Ο ενεργειακός πόλεμος ωστόσο δεν περιορίζεται στα «καυτά» μέτωπα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Επεκτείνεται και επηρεάζει όλες τις πλευρές των καπιταλιστικών οικονομιών και το εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων που κάθε άλλο παρά ενιαία είναι, που κλονίζονται κι αυτά από εσωτερικούς ανταγωνισμούς και αντιφάσεις.
Φέρνει στην επιφάνεια και τα αδιέξοδα της πολιτικής τους, τον σχεδιασμό με κριτήριο το μέγιστο κέρδος, όπως π.χ. με την περιβόητη «πράσινη ανάπτυξη» στην ΕΕ, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που αφορά πλέον άμεσα τη βιομηχανία και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής οικονομίας. Η διασφάλιση επαρκούς και σχετικά φτηνής Ενέργειας γίνεται ολοένα δυσκολότερη, μεγαλώνει - σε συνθήκες ύφεσης - ακόμα περισσότερο την απόσταση από τις ΗΠΑ, την Κίνα, τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
Η ΕΕ έχει ήδη περάσει από την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο σε ένα μοντέλο μεγαλύτερης εξάρτησης από το εισαγόμενο LNG. Η κρίση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε τα όρια και αυτής της διαφοροποίησης. Η ουσιαστική διακοπή των ροών μέσω του Ορμούζ προκάλεσε νέο σοκ στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου και πετρελαίου. Οι τιμές στην Ευρώπη και την Ασία αυξήθηκαν απότομα, ενώ η διαφορά τιμών μεταξύ των δύο αγορών ενθάρρυνε τη μετακίνηση ευέλικτων φορτίων LNG από την Ευρώπη προς την Ασία. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών, επομένως, δεν εξαφάνισε τον ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες. Τον μετέφερε σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου Ευρώπη και Ασία διεκδικούν τα ίδια φορτία.1
Η έκταση της κρίσης είχε ήδη καταγραφεί από την IEA τον Απρίλη, όταν ο εκτελεστικός διευθυντής της, Φατίχ Μπιρόλ, μιλούσε για τη μεγαλύτερη απειλή που έχει αντιμετωπίσει η παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, από τη διακοπή των ροών από το Ορμούζ με την πρωτοφανή απόφαση των χωρών - μελών της IEA τον Μάρτη να διαθέσουν συνολικά 400 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά αποθέματά τους.
Τα «γιατροσόφια» αυτά όμως δεν μπορούν να λύσουν τη βαθύτερη αιτία του προβλήματος, τους ανταγωνισμούς, αλλά αντίθετα τους επεκτείνουν παραπέρα και στις σχέσεις μεταξύ των ίδιων των αστικών κρατών στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο. Την 1η Οκτώβρη, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ζήτησε από Γαλλία και Γερμανία να απελευθερώσουν αποθέματα ντίζελ, συνδέοντας την άρνηση με το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ. Η πρόταση αφορά την απελευθέρωση έως και 120 εκατομμυρίων βαρελιών από ευρωπαϊκά αποθέματα σε διάστημα έξι μηνών, ενώ ταυτόχρονα στην Ευρώπη εξετάζεται νέα συντονισμένη παρέμβαση στα αποθέματα.
Με δυο λόγια, η «ενεργειακή ασφάλεια» -απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα - παρουσιάζεται ως κοινός στόχος στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού στρατοπέδου, όμως όταν οι διαθέσιμες ποσότητες περιορίζονται και οι τιμές αυξάνονται, επανέρχεται στο προσκήνιο ο ανταγωνισμός για το ποιος θα εξασφαλίσει καύσιμα, ποιος θα διαθέσει τα αποθέματά του και ποιος θα επωμιστεί το κόστος της κρίσης.
Η αλλαγή των ενεργειακών προμηθειών αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία της ΕΕ. Το ρωσικό αέριο έπεσε από το 45% των συνολικών εισαγωγών αερίου της ΕΕ το 2021 στο 12% το 2025, ενώ το LNG έφτασε το 45% των εισαγωγών αερίου από 20% το 2021. Η Κομισιόν αναγνωρίζει πλέον ότι η στροφή προς το LNG έχει αυξήσει την έκθεση της ευρωπαϊκής αγοράς στις διεθνείς τιμές και στη μεταβλητότητα, γι' αυτό συνεχίζει να προωθεί παράλληλα τον εξηλεκτρισμό και την «πράσινη μετάβαση», στέλνοντας με όλους τους τρόπους τον βαρύ λογαριασμό στους λαούς, που τους καλεί να επιλέξουν ανάμεσα στο αν θα ζεστάνουν το σπίτι ή θα μετακινηθούν.
Ο σχεδιασμός της ΕΕ κινείται σε δύο επίπεδα. Από τη μία επιδιώκει βραχυπρόθεσμα περισσότερη διαφοροποίηση και LNG, ενώ μακροπρόθεσμα επιδιώκει τον περιορισμό της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Chatham House, η κινεζική κυριαρχία στην παραγωγή εξοπλισμού και υλικών για την ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί για άλλες οικονομίες, όπως η ΕΕ, ένα νέο ζήτημα ενεργειακής και τεχνολογικής ασφάλειας.2 Ετσι, η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου δεν σημαίνει εξάλειψη της ενεργειακής εξάρτησης, αλλά αλλαγή της μορφής της. Και η μακροπρόθεσμη κατεύθυνση δεν ταυτίζεται με την αμερικανική επιδίωξη για διεύρυνση και μονιμοποίηση της αγοράς αμερικανικού LNG στην Ευρώπη3, οδηγώντας και εδώ σε ένταση του ανταγωνισμού.
Εργαλείο «γεωπολιτικής ισχύος» των ΗΠΑ η Ενέργεια
Εξάλλου, έπρεπε να «μεσολαβήσουν» δυο πόλεμοι για να επαναχαραχτεί ο ενεργειακός χάρτης της Ευρώπης που δημιούργησε μια τεράστια αγορά για το αμερικανικό LNG.
Το 2021 οι ΗΠΑ κάλυπταν περίπου το 28% των ευρωπαϊκών εισαγωγών LNG. Το ποσοστό αυξήθηκε στο 58% το 2025 και έφτασε το 63% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Σύμφωνα με εκτίμηση του CSIS, τα συμβόλαια για αμερικανικά φορτία LNG προς την ΕΕ θα μπορούσαν να αυξηθούν από 31 δισ. κυβικά μέτρα το 2026 σε 52 δισ. κυβικά μέτρα το 2030. Την ίδια στιγμή, η αμερικανική εξαγωγική δυναμικότητα LNG προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά, με νέες υποδομές υγροποίησης και εξαγωγής.4
Το CSIS σημειώνει ότι η διαφοροποίηση από τη Ρωσία μειώνει μια μορφή γεωπολιτικού κινδύνου, αλλά μπορεί να δημιουργήσει νέους κινδύνους συγκέντρωσης και εξάρτησης. Η ενεργειακή εξάρτηση δεν αφορά μόνο τη φυσική διαθεσιμότητα καυσίμων, αλλά επηρεάζει και το περιθώριο ελιγμών στις εμπορικές και ρυθμιστικές διαπραγματεύσεις στο εσωτερικό του ευρωατλαντικού άξονα. Η αγορά LNG ΗΠΑ - ΕΕ λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα εμπορικών συμφωνιών, επενδύσεων και ανταγωνισμών για τη βιομηχανική και ενεργειακή πολιτική της ΕΕ, σκληρών παζαριών, εμπορικών δασμών και αντιποίνων.
Οι σχεδιασμοί «ενεργειακής κυριαρχίας» του Λευκού Οίκου μέσα στο πλαίσιο αυτό δεν αφορούν μόνο την αντιμετώπιση ενός αντιπάλου που μπορεί να διαταράξει την ενεργειακή αγορά, όπως το Ιράν ή η Ρωσία, αλλά και τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους συμμάχους τους στο ευρωατλαντικό στρατόπεδο.
Η προώθηση αυτών των σχεδιασμών δεν γίνεται μόνο με εμπορικές συμφωνίες και επενδύσεις σε υποδομές. Συνοδεύεται από ένα ευρύτερο γεωπολιτικό και στρατιωτικό σχέδιο, από κάθε είδους πιέσεις, εκβιασμούς και παρεμβάσεις, όπως αυτές που αποκάλυψε η Γκιλφόιλ ότι έκαναν οι ΗΠΑ στη Ρουμανία στο πλαίσιο της προώθησης του «Κάθετου Διαδρόμου». Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού η Ενέργεια αντιμετωπίζεται ως στοιχείο «εθνικής ασφάλειας και ισχύος» των ΗΠΑ, απέναντι και στα αντίστοιχα σχέδια και ιεραρχήσεις κρατών - μελών της ΕΕ.
Καταγεγραμμένες είναι οι «τριβές» με την Κομισιόν για τον «Κάθετο Διάδρομο» που προωθούν με την επέκταση των αμερικανικών εξαγωγών LNG στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Από αυτή την άποψη, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η επιλογή της αστικής τάξης της χώρας μας, εφοπλιστών, ενεργειακών και κατασκευαστικών ομίλων που μπαίνουν μπροστά για την υλοποίηση των αμερικάνικων σχεδιασμών, διαθέτοντας - με το αζημίωτο - πλοία, υποδομές, διασυνδέσεις με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, μεταφέροντας αμερικανικό LNG προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μέσω του «Κάθετου Διαδρόμου».5
Νέοι «κόμποι» πολέμου από τη μετατόπιση των ρωσικών ροών Ενέργειας
Η απάντηση της Μόσχας στη σκακιέρα του ενεργειακού πολέμου δεν περιορίζεται στην αναζήτηση νέων αγοραστών για την Ενέργεια που δεν πωλείται πλέον στην ΕΕ. Οι ενεργειακές ροές της Ρωσίας έχουν μετατοπιστεί προς την Ασία, με την Κίνα να έχει αναδειχθεί σε βασικό εισαγωγέα ρωσικής Ενέργειας. Αγωγοί όπως ο Power of Siberia έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, ενώ η προοπτική νέων αγωγών προς την Κίνα βρίσκεται στο επίκεντρο των σινορωσικών σχέσεων. Παράλληλα, σημαντικές ποσότητες πετρελαίου κατευθύνονται προς την Ινδία και άλλες ασιατικές αγορές.
Επίσης, η Ρωσία αναζητά νέες θαλάσσιες διαδρομές. Η Αρκτική και ο Βόρειος Θαλάσσιος Δρόμος αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για τις εξαγωγές προς την Ασία, ιδιαίτερα καθώς οι δυτικές κυρώσεις αυξάνουν το κόστος και τους περιορισμούς στις παραδοσιακές θαλάσσιες οδούς. Σύμφωνα με το Carnegie, οι εμπορικές αποστολές ρωσικού πετρελαίου μέσω της Αρκτικής έφτασαν τα 13 εκατομμύρια βαρέλια το 2025, από μόλις 2,2 εκατομμύρια το 2019.6 Το Carnegie εκτιμά επίσης ότι η αυξημένη κίνηση στον Βόρειο Θαλάσσιο Δρόμο συνδέεται σήμερα περισσότερο με το γεωπολιτικό περιβάλλον των πολέμων και των κυρώσεων παρά με μια «αυτόματη οικονομική υπεροχή της διαδρομής».
Η αναδιάταξη αυτή δείχνει ότι η Ενέργεια δεν αποτελεί μια ουδέτερη εμπορική ροή που απλώς ακολουθεί τη ζήτηση. Οι αγωγοί, τα λιμάνια και οι θαλάσσιες διαδρομές συνδέονται άμεσα με τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Οι κυρώσεις αλλάζουν τις κατευθύνσεις των φορτίων, οι πόλεμοι επηρεάζουν την αξία των διαδρομών και οι νέες υποδομές δημιουργούν με τη σειρά τους νέες σχέσεις εξάρτησης, νέους «κόμπους» ανταγωνισμών και πολέμων.
Μπουρλότο από την «αναζήτηση» εναλλακτικών διαδρομών Ενέργειας στη Μέση Ανατολή
Την ίδια ώρα οι λαοί πληρώνουν πανάκριβα και την προσπάθεια επαναχάραξης των ενεργειακών διαδρομών στη Μ. Ανατολή, μετά και το στραπάτσο ΗΠΑ - Ισραήλ στο Ιράν, που είχε ως βασικό επίδικο και το πέρασμα των νέων δρόμων Ενέργειας.
Οι εξελίξεις στο μέτωπο του Ορμούζ δεν προκαλούν μόνο μια προσωρινή ενεργειακή κρίση, επιταχύνουν τα σχέδια κρατών και επιχειρηματικών ομίλων να μειώσουν την έκθεσή τους σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία και να διαμορφώσουν νέους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους, μπλέκοντας παραπέρα το κουβάρι των ανταγωνισμών, επεκτείνοντας τον πόλεμο.
Ενδεικτική είναι η προέλαση των Χούθι προς το Στενό του Ελ-Μαντέμπ, τα χτυπήματα στον αγωγό Ανατολής - Δύσης της Σ. Αραβίας, με τα οποία επιχειρεί να παρακάμψει τα Στενά του Ορμούζ, κι ενώ στην «εξίσωση» έχει μπει και η συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής συνεργασίας με Τουρκία - Πακιστάν.
Αντίστοιχα το Ιράκ, η Συρία και ο Λίβανος επιδιώκουν να αξιοποιήσουν τη γεωγραφική τους θέση ανάμεσα στον Περσικό Κόλπο και τη Μεσόγειο.
Το Ιράκ, για παράδειγμα, εξετάζει την αύξηση των εξαγωγών μέσω του τουρκικού λιμανιού Τσεϊχάν, ενώ επανέρχεται στο προσκήνιο η ιδέα ενός αγωγού προς το λιμάνι της Ακάμπα στην Ιορδανία. Παράλληλα, εξετάζεται ένας νέος δυτικός διάδρομος που θα μπορούσε να μεταφέρει ιρακινό πετρέλαιο μέσω Συρίας προς τη Μεσόγειο.
Το σχέδιο Ιράκ - Συρίας, σύμφωνα με το Chatham House, θα απαιτούσε επενδύσεις περίπου 15 δισ. δολαρίων και θα μπορούσε να έχει αρχική δυναμικότητα περίπου 2 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα.7 Στόχος θα ήταν να δοθεί στη Βαγδάτη μια πρόσθετη οδός εξαγωγών, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από το Ορμούζ και να συνδεθούν τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τη Μεσόγειο.
Ρόλο και λόγο σε αυτά τα σχέδια έχει η Τουρκία, που η αστική της τάξη προωθεί τα δικά της σχέδια αναβάθμισής της στην περιοχή ως κόμβος Ενέργειας προς την ΕΕ και την Ανατ. Ευρώπη.
Στην ίδια κατεύθυνση και αντιπαραθετικά εντάσσονται και οι ενεργειακοί σχεδιασμοί του Ισραήλ, που επιδιώκει να αξιοποιήσει τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου όχι μόνο ως πηγή εσόδων, αλλά και ως εργαλείο ενίσχυσης της γεωπολιτικής του θέσης, αυξάνει την παραγωγή από τα κοιτάσματα «Ταμάρ» και «Λεβιάθαν», επεκτείνει τις δυνατότητες εξαγωγών προς την Αίγυπτο και την Ιορδανία και προωθεί νέες διαδρομές προς την Ευρώπη μέσω Κύπρου και Ελλάδας.
Οι ανταγωνισμοί έχουν έτσι μετατοπιστεί από την απλή εξασφάλιση ενεργειακών ποσοτήτων στον έλεγχο των διαδρομών που τις μεταφέρουν, αυξάνοντας με τη σειρά τους τη σημασία των χωρών που μπορούν να λειτουργήσουν ως πύλες εισόδου, κόμβοι μεταφοράς και διαμετακομιστικά κέντρα προς την ευρωπαϊκή αγορά, συγκεντρώνοντας εύφλεκτη ύλη ανταγωνισμών που προμηνύουν γενίκευση του πολέμου.
Η «ενεργειακή αναβάθμιση» παράγοντας μεγαλύτερης εμπλοκής
Μέσα σε αυτό το κουβάρι των ανταγωνισμών, η ελληνική κυβέρνηση, όπως και εκπρόσωποι επιχειρηματικών ομίλων, βλέπουν «ευκαιρίες» νέων κερδών και αναβάθμισης των συμφερόντων τους, παρουσιάζουν τη θέση της Ελλάδας ως αναβαθμισμένη στη νέα «ενεργειακή γεωγραφία» που καθορίζουν οι πόλεμοι.
Τα λιμάνια, οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι διασυνδέσεις με τα Βαλκάνια χρησιμοποιούνται ως βάση για τη διεκδίκηση ενός ευρύτερου ρόλου της χώρας ως πύλης εισόδου Ενέργειας προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη του αμερικανικού LNG. Τα διυλιστήρια σπάνε νέα ρεκόρ κερδοφορίας ως «βενζινάδικα» του ΝΑΤΟ, οι εφοπλιστές μεταφέρουν το αμερικανικό αέριο, οι ενεργειακοί όμιλοι εξαγοράζουν εταιρείες στον «ζωτικό χώρο» των Βαλκανίων, προωθούν τα έργα «ενεργειακής συνδεσιμότητας» στην Ανατ. Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, αυτά σημαίνουν βαθύτερη ένταξη της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που διαμορφώνουν τη νέα ενεργειακή γεωγραφία: Με αποστολή φρεγατών και πολεμικών μέσων στη Μ. Ανατολή, με συμφωνίες με τον Ζελένσκι, συμμετοχή σε ευρωατλαντικές αποστολές εκτός συνόρων.
Η «ενεργειακή αναβάθμιση» της Ελλάδας έχει, επομένως, δύο όψεις. Από τη μία, δημιουργεί νέα πεδία κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους. Από την άλλη, εντάσσει βαθύτερα τη χώρα σε ένα πλέγμα ανταγωνισμών όπου οι ενεργειακές υποδομές, οι εμπορικές διαδρομές και τα λιμάνια αποκτούν στρατηγική και, σε συνθήκες πολέμου, στρατιωτική σημασία, όπως δείχνει και η πείρα από τους πολέμους που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Από τη μία πλευρά δηλαδή βρίσκονται οι επιχειρηματικοί όμιλοι της Ενέργειας, των μεταφορών και των κατασκευών, καθώς και το εφοπλιστικό κεφάλαιο, που διεκδικούν μερίδιο από τις νέες επενδύσεις, τις υποδομές, τις μεταφορές και τις αγορές που ανοίγουν οι νέοι ενεργειακοί και εμπορικοί διάδρομοι.
Από την άλλη βρίσκεται ο ελληνικός λαός, που καλείται να πληρώνει το ενεργειακό κόστος, να χρηματοδοτεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις υποδομές της «αναβάθμισης» και ταυτόχρονα με τους κινδύνους που συνεπάγεται η βαθύτερη εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, καθώς αυτή και οι στρατηγικές υποδομές της μετατρέπονται σε πιθανούς στόχους.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι ο λαός έχει να περιμένει μόνο από τη δική του οργάνωση, κινητοποίηση, πάλη, σε σύγκρουση με τους «εθνικούς» στόχους του κεφαλαίου, με προμετωπίδα το σύνθημα καμία θυσία για τους πολέμους και τα κέρδη τους, με διεκδικήσεις όπως η επιβολή πλαφόν στην τιμή της χονδρικής και της λιανικής, στα κέρδη των διυλιστηρίων και των ενεργειακών ομίλων, κατάργηση του ΦΠΑ και του ΕΦΚ σε Ενέργεια και καύσιμα, αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις.
Αυτόν τον δρόμο φωτίζει με την πολιτική και το Πρόγραμμά του το ΚΚΕ, καλώντας τον λαό να συμπορευτεί μαζικά στον δρόμο της ανατροπής του σάπιου καπιταλισμού. Να καταθέσει τις θυσίες του στην πάλη για τον σοσιαλισμό - κομμουνισμό, που θα βάλει στο επίκεντρο τις δικές του ανάγκες στην Ενέργεια και παντού, παίρνοντας στα δικά του χέρια την εξουσία και μαζί τα εργαλεία για την ικανοποίησή τους.
Παραπομπές:
1. Chatham House, Even Hormuz reopening will not resolve Europe's key energy vulnerability
2. Chatham House, Why renewables and electrification hold the keys to EU energy security
3. CSIS, Beyond Russian Gas: Trade-Offs in EU Liquefied Natural Gas Diversification
4. CSIS, Six Charts to Explain the Global Energy Crisis
5. Chatham House, Greece's LNG energy hub ambitions will help EU needs now - but should not shape long-term policy
6. Carnegie Endowment for International Peace, International Demand for Russia's Arctic Shipping Route Is Unlikely to Last
7. Chatham House, New energy and trade routes could bypass Hormuz and change the Middle East. But major challenges remain
Δ. Μ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου