..

Kαι μεις τι περιμένουμε. Ότι οι κουφοί παραχωρήσεις θα μας κάνουν; Οι αχόρταγοι κάτι θα μας δώσουν; Ότι οι λύκοι θα μας ταϊσουνε αντί να μας καταβροχθίσουν; Ότι από φιλία θα μας προσκαλέσει η τίγρης να της βγάλουμε τα δόντια; Τέτοια περιμένουμε; (Μπ. Μπρεχτ)

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Οταν οι άλλοι μιλούν, για την Σκύλλα και την Χάρυβδη ( Τραμπ-Χίλαρι), εμείς ασχοληθήκαμε με την λογοτεχνία!!!


Το «ταξίδι» παρουσίασης του νέου βιβλίου του Βεροιώτη δημοσιογράφου-συγγραφέα Αλέκου Χατζηκώστα συνεχίστηκε με επιτυχία το απόγευμα της Τετάρτη 9 Νοεμβρίου  στην Αλεξάνδρεια. Η παρουσίαση έγινε στην κατάμεστη αίουσα του Café-Bar CHOICE (μεταξύ αυτών ο δημοτικός σύμβουλος Γ. Σπυρίδης, ο πρόεδρος της Τ.Κ Κλειδιου Μ.Τσολάκης κ.α)

Για το βιβλίο μίλησαν οι:
 Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Βαγγελιώ Πολυμένου, φιλόλογος
Και ο ίδιος ο συγγραφέας
Μετά την παρουσίαση ακολούθησε πολύωρος διάλογος του συγγραφέα με το κοινό για ζητήματα του βιβλίου αλλά και ευρύτερα για τον ρόλο της λογοτεχνίας στη σημερινή εποχή κ.α
Στη συνέχεια παρουσιάζουμε ολόκληρες τις παρεμβάσεις των ομιλητών


Η παρέμβαση της Βαγγελιώ Πολυμένου
Το βιβλιο του Αλ. Χ΄΄κωστα  «Το παρελθον κρατα πολύ»  είναι ένα συγχρονο  κοινωνικο – πολιτικο – αστυνομικο μυθιστορημα (όπως δηλωνει και ο ιδιος ο συγγραφεας στο τελος του εργου) μικρης εκτασης στα ορια της νουβελας. Στο μυθιστορημα αυτό ως κινητηριες δυναμεις της λογοτεχνικης αφηγησης συμπλεκονται ένα ταμα και μια παλια αγαπη του  συγγραφεα. Κοινος  τοπος συναντησης τους είναι η Ελλαδα της κρισης και των μνημονιων.
Και να εξηγηθω: η παλια αγαπη εκκινει από τη φανερη προτιμηση του κ. Χ΄΄κωστα στα αστυνομικα μυθιστορηματα και τις ταινιες νουαρ. Και πώς αλλωστε θα γινοταν διαφορετικα, αφου αυτά προσιδιαζουν με την επαγγελματικη του ιδιοτητα ως δημοσιογραφου. Οι αναφορες του στον επιθεωρητη Μονταλμπανο του Αντρεα Καμιλερι, στον Ηρακλη Πουαρω της Αγκαθα Κριστι και στον James Ellroy μετρ του αμερικανικου αστυνομικου μυθιστορηματος, δειχνουν αυτή την προτιμηση. Ολοι οι δημοσιογραφοι εξαλλου το εχουν στο στοιχειο τους να λειτουργουν ως δαιμονιοι ντετεκτιβ επιχειρωντας να λυσουν τα μυστηρια  της πολιτικης ζωης.
Η αγαπη του Αλ. Χ΄΄κωστα για τις αστυνομικες ιστοριες με ηρωες δημοσιογραφους που προτιμουν «τη γνησια δραση από τη σικε» θα τον οδηγησει να σκιαγραφησει την αστυνομικη persona ενός δυναμικου ρεπορτερ που μεσα στο συγχρονο διεφθαρμενο πολιτικο τοπιο της Ελλαδας φωτιζει την αληθεια μιας παλιας και πονεμενης ιστοριας της Αριστερας.
Αυτή είναι η δευτερη κινητηρια δυναμη της ιστοριας μας και  ένα προσωπικο στοιχημα του ιδιου του συγγραφεα : να μιλησει για την καθαρση που δεν εγινε στο ελληνικο κρατος μεταπολεμικα. Μετα την απελευθερωση δεν είναι λιγοι οι ταγματασφαλιτες, συνεργατες  των γερμανων, και οι δωσιλογοι που επανδρωσαν τον κρατικο μηχανισμο και το στρατο και επαιξαν στη συνεχεια σημαντικο ρολο στα οικονομικα πραγματα της χωρας.
Αραγε, πρεπει να γινει κανεις δαιμονιος ντετεκτιβ για να αποκαλυψει το κοινως πανθομολογουμενο μυστικο που στοιχειωσε την Αριστερα και προκαλεσε, εστω και με ευθυνη της, απηνεις διωξεις εναντιον της;
Αφου παρουσιασα τις βασικες παραμετρους  της λογοτεχνικης αφηγησης, ας περασουμε στην πλοκη της ιστοριας.
Το γεγονος: ένα τροχαιο στο κακοσυντηρημενο επαρχιακο οδικο δικτυο εχει θυματα της έναν μεγαλοσχημο οικονομικο  παραγοντα τον Γιωργο Χαριτογλου, ο οποιος σκοτωνεται επι τοπου και τον σοβαρα τραυματισμενο γιο του, βουλευτη της συντηρητικης παραταξης Αντρεα Χαριτογλου.
Ο χρονος: είναι πρωινο Κυριακης, όταν ο κος Γιωργος, υπερηλικας πλεον, με τη συνοδεια του γιου του πηγαινει στο χωριο του να εκκλησιαστει. Συνηθεια που με ευλαβεια τηρουσε χρονια τωρα από τοτε που εφυγε από το γενεθλιο τοπο του για να παει στην πολη και να μεγαλουργησει στον επιχειρηματικο τομεα.
Υποπτοι δεν υπαρχουν καθως κατά τα φαινομενα και με επισημη ανακοινωση της αστυνομικης διεθ/νσης «προκειται για ένα τραγικο αυτοκινητιστικο δυστυχημα που οφειλεται στην εγκληματικη αμελεια του αλλοδαπου οδηγου της νταλικας»
Ο ηρωας μας , δημοσιογραφος παλιας κοπης, που εχει πια σαρανταρισει και τα επαγγελματικα αντανακλαστικα του εχουν αρχισει να ατονουν, θα αναλαβει με βαρια καρδια την υποθεση κατοπιν εντολης του αρχισυντακτη της τοπικης εφημεριδας οπου δουλευει. Το δυσκολο οικονομικο τοπιο και κυριως ο ανταγωνισμος  των ΜΜΕ σε καιρο κρισης δε τοτ αφηνει πολλα περιθωρια πρωτοβουλιας, εάν δε θελει να χασει και τα τελευταια ψυχια από τα εργασιακα του δικαιωματα και να απολυθει.
Το θυμα προσδιδει μια ιδιαιτεροτητα στο δημοσιογραφικο του ρεπορταζ.  Η βιογραφια- αγιογραφια του Γιωργου Χαριτογλου που ο πρωταγωνιστης μας είναι υποχρεωμενος να παρουσιασει στην εφημεριδα του σε συνεχειες,  θα είναι η αφορμη να ερευνησει την νεανικη ζωη του κατά τα φαινομενα επιφανους θανοντος και να τη συνδεσει  με μελανες σελιδες της συγχρονης ιστοριας μας την Κατοχη και τον Εμφυλιο.
Η αναζητηση του, σαν ένα οδοιπορικο καταβασης στην κολαση του Δαντη θα αποκαλυψει τις παρανομες δραστηριοτητες του στα χρονια της Κατοχης, όταν ο καθολα εντιμος κος Γιωργος πλουτισε πατωντας κυριολεκτικα σε πτωματα, προδιδοντας φιλους και συναγωνιστες και προσφεροντας προστασια στους υπο διωγμο Εβραιους  της πολης του. Στη συνεχεια, απαλλοτριωσε τις περιουσιες τους με νομιμα μεσα, δικογραφα και συμβολαιογραφικες πραξεις, και με τη βουλα κυβερνησεων αργυρωνητων στα ξενα συμφεροντα τις εκανε δικες του.
Η ελληνικη κοινωνια χανει την αθωοτητα της και το θυμα αποδεικνυεται θυτης σε μια από τις πιο σκοτεινες περιοδους της ιστοριας μας. Και ο δημασιογραφος μας που ως κινητρο του δεν εχει μονο την επαγγελματικη αφοσιωση αλλα προπαντων τις ηθικες αξιες και την τιμιοτητα βλεπει παντου τη διαφθορα. Το μονο που θελει να διασφαλισει είναι δικαιοσυνη για τα αθωα θυματα, επιθυμια που αποτελει και προσωπικη υποσχεση στον αντιστασιακο πατερα του.
Στην ερευνα του στηριζεται στο ενστικτο και τις τυχαιες συναντησεις που θα φερουν στο δρομο του τον Αντωνη Κατσογιαννη, παλαιμαχο αντιστασιακο, εξόριστο του Εμφυλιου στην Βουλγαρια, συγχωριανο του Χαριτογλου που ξερει πολλα για την προηγουμενη αθεμιτη δραση  και τον ανομο πλουτισμο του. Ο Κατσογιαννης βλεποντας στο προσωπο του ηρωα μας « τον εντιμο δημοσιογραφο που αντιστεκεται σε έναν διεφθαρμενο κοσμο»  θα του ζητησει να αποκαλυψει τα εγκληματα του δωσιλογου της Κατοχης  Χαριτογλου και να βγαλει στη φορα τη βρωμια αυτης της καλα κρυμμενης  ιστοριας.
Ο μοναχικος δημοσιογραφος μας ως η επιτομη του ορισμου του νουαρ ηρωα θα φτασει την αληθεια μεχρι τελους και θα φανερωσει τη διαφθορα στα υψηλα κλιμακια. Στην προσπαθεια του αυτή θα του σταθουν εμποδιο προστατευοντας προσωπα και καταστασεις ο γιος του Χαριτογλου, Ανδρεας Χαριτογλου, βουλευτης , επιδοξος υπουργος της συντηρητικης παραταξης  και χορηγος της εφημεριδας  οπου εργαζεται καθως και ο διευθυντης της εφημεριδας του, που δε θελει συγκρουσεις με το κατεστημενο. Αυτή η πραγματικοτητα των διαπλεκομενων φαινεται να βρισκεται στη ριζα του πεσιμισμου που χαρακτηριζει τον ηρωα μας και εκφραζεται με το μοτο του «Θα αλλαξουν όλα για να μεινουν παλι τα ιδια».
Όπως όλα τα αστυνομικα μυθιστορηματα ετσι κι αυτό αποτελει ένα παζλ στοιχειων που ανακαλυπτονται με φειδω και σταδιακα στον ερευνητη και κατ’ επεκταση στον αναγνωστη.Απο το παζλ δε μπορει φυσικα να λειπει το ερωτικο στοιχειο με τη γυναικα  δυναμικο καταλυτη της δρασης.Στο μοναχικο κοσμο του αντρα ρεπορτερ το στερεοτυπο του δαιμονιου θηλυκου προσωποποιειται στην ομορφη  συμβολαιογραφο Ολυμπια Ορφανοπουλου που θα ταραξει τα νερα της εργενικης ζωης του. Η δυναμικη γυναικα με την αισιοδοξια ότι «επιτελους τα ονειρα θα παρουν εκδικηση»  θα τον βοηθησει να ξετυλιξουν μαζι το μιτο της σκοτεινης ιστοριας και να φτασουν στην ανακαλυψη του δολοφονου – τιμωρου. Το φαινομενικα τυχαιο τροχαιο είναι τελικα ένα εγκλημα αυτοδικιας που η ενορχηστρωση του ξεκινα μακρια από τον τοπο του εγκληματος, στη γειτονικη Βουλγαρια.
 Ο εμπνευστης της δολοφονιας του Χαριτογλου είναι ο Ιωσηφ Λαδοπουλος, γιος του παλιου φιλου και συναγωνιστη του Χαριτογλου,  Κωστα Λαδοπουλου. Εχει αναλαβει να απονειμει τη θεια Δικη στα εγκληματα του Χαριτογλου που εμειναν ατιμωρητα και αφανερωτα χρονια τωρα. Ο Χαριτογλου καρφωσε τον πατερα του στους Γερμανους και πηρε ολη την περιουσια του ενοσω αυτος πολεμουσε στο βουνο με τις δυναμεις του δημοκρατικου στρατου. Ο Ιωσηφ Λαδοπουλος φτασμενος  τωρα επιχειρηματιας, συνειδητοποιημενος καπιταλιστης στη βαλκανια χωρα κρατησε βαθια μεσα του την «πατριωτικη και αγωνιστικη διαπαιδαγωγηση»  που του καλλιεργησε ο ανταρτης πατερας του. Με το μοτο του «Ποσο καλος μπορει να είναι κάποιος σ’ έναν αδικο κοσμο;» ο Αλ. Χ΄΄κωστας δικαιολογει την πραξη του και της αποδιδει το χαρακτηρα μιας τελετης απελευθερωσης από το παρελθον που κρατα πολύ τοσο για τους ηρωες της ιστοριας του οσο και για τον ιδιο τον συγγραφεα.
Το τελος του μυθιστορηματος στο οποιο ο αφηγηματικος τροπος της μιμησης βρισκει την πληρη εφαρμογη του καθως το αφηγημα δημιουργειται στην προσπαθεια της δημοσιογραφικης ερευνας  είναι πρωτοτυπο.  Ο ηρωας μας με τη συντροφο του καταθετουν στο μνημα του παλαιμαχου αγωνιστη της Αριστερας  Αντ. Κατσογιαννη το αντιτυπο ενός βιβλιου με τον τιτλο «Το παρελθον κρατα πολύ».
Με την καταθεση του βιβλιου τοσο σε αφηγηματικο - συμβολικο επιπεδο οσο και σε  πραγματικο ο Αλ. Χ΄΄κωστας αποζητα την καθαρση , συμφωνα με τον Αριστοτελικο ορισμο,  για τον ιδιο αλλα και για τους ηρωες του. Αιτει την απελευθερωση από τα δεσμα της ιστορικης μνημης που τους κρατουν αγκιστρωμενους στο παρελθον για να μπορεσουν να αφεθουν ως ιστορικα υποκειμενα στη λυτρωτικη ροη του παροντος.
 Με τον τροπο αυτό πραγματοποιειται και η αληθινη ουσια της εσωτερικης μεταστροφης μας , όταν η τραυματισμενη μνημη ερχεται στο φως , καθαιρεται και αποκαθισταται η αληθεια.

Η παρέμβαση του Σίμου Ανδρονίδη
«Είναι η σιωπή που λάμνει στα νερά προς μαύρο του κυπαρισσιού και πέτρας της αμνήμονος» (Χρήστος Μπουλώτης, «Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ» ΤΟΥ ΒΟCKLIN). 
Ο εκδότης και δημοσιογράφος της εφημερίδας ‘Η άλλη άποψη’ Αλέκος Χατζηκώστας, συνεχίζει την δική του ‘πλοήγηση’ στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι, αυτήν την φορά με το μυθιστόρημα ‘Το παρελθόν κρατά πολύ’. Έχουν προηγηθεί το συμβολικό-‘πραγματικό’  ‘Δυτικά του Αλιάκμονα’ και η πολύσημη ‘Σχεδία Μνήμης’. Το νέο του μυθιστόρημα ‘διαρκεί πολύ’.
Με βιωματικές αναφορές, με μία εν γένει ιδεολογική σκευή που ενυπάρχει στα πρόσωπα και στις ζωές τους, ο Αλέκος Χατζηκώστας κινεί για την δημιουργία ενός μείγματος λέξεων και σημασιών, για τη σύζευξη-συνάρθρωση αντιθετικών ταυτοτήτων, για την πραγματοποίηση ενός σπινοζικού   πειράματος που τον εγκιβωτίζει στο ‘χώρο’ ενός καθρέφτη και που αφήνει να πέφτουν ιστορίες, τυπικές & άτυπες συνάμα, ιστορίες που καταλήγουν βαθιά, ιστορίες «απείραχτες & ανέγγιχτες»: και το πείραμα του; να τις καταστήσει ορατές, να τις ψηλαφήσει και γνωρίσει και ο ίδιος, να τις βγάλει από την «αρχαία σκουριά» για να δανειστούμε και τον τίτλο του κλασικού βιβλίου της Μάρως Δούκα.
Ο τίτλος προσδιορίζεται νοηματικά, δίδει στοχεύσεις, νοηματοδοτεί τον ίδιο το χρόνο, εναλλασσόμενος με τη γνωστή ρήση του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου Λουί Αλτουσέρ: ‘το μέλλον διαρκεί πολύ’.  Ο χρόνος δεν σταματά, αλλά συμπυκνώνεται. Στο μυθιστόρημα του Αλέκου Χατζηκώστα, «ανακαλείται» & «προσκαλείται» ως μνήμη ανοιχτή και ως ιστορικότητα (στην ιστορία, πολλές φορές, η ίδια η πράξη συμβολοποιείται), ως ‘τραυματική’ συνείδηση που εγγίζει τον συγκαιρινό κρισιακό χρόνο.
Ο πρωταγωνιστής, το αενάως κινούμενο σύμβολο, ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου, ενός χώρου που βιώνει με έντονο τρόπο τις συνέπειες της βαθιάς κρίσης του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού. Όντας η «ενσάρκωση» μίας κρίσης που εμβαθύνει, προκαλώντας κοινωνικές-ταξικές μεταβολές, ο δημοσιογράφος προσφέρει & δίνει, ‘εργαλειοποιεί’ την ίδια την έννοια του «κρυφού» για τον ίδιο (και επώδυνου) συμβιβασμού: ‘δομική’ προσαρμογή έναντι απόλυσης, ‘κάτι’ που, την ίδια στιγμή, δεικνύει και αντανακλά τα μικρά και μεγάλα συμβάντα της οικονομικής κρίσης, τις επί τα χείρω μεταβολές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, μεταβολές που ‘εγκιβωτίζονται’ στον πυρήνα και στον ‘τρόπο’ λειτουργίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Ο συγγραφέας αποδίδει την όλη στιγμή παραστατικά: «Μα είναι Κυριακή» τόλμησε να ψελλίσει, θέλοντας να διασώσει κάτι από τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Μία αξιοπρέπεια που είχε χάσει από τότε που σκύβοντας το κεφάλι και μπροστά στον κίνδυνο της απόλυσης, είχε υπογράψει την ατομική σύμβαση εργασίας πετώντας στο καλάθι των αχρήστων δικαιώματα ετών».
Αυτή η ‘βουβή’ στιγμή, αυτή η «σιωπηλή» αποδοχή, αντανακλάται αληθινά στο κοινωνικό γίγνεσθαι, αναπαριστά μία κοινωνική ανομοιογένεια: η εργοδοτική συνέχεια πάνω στο αντικείμενο της εργασίας ήτοι η αποδοχή της Κυριακάτικης εργασίας λόγω εκτάκτου γεγονότος αποτελεί το αντεστραμμένο  ‘είδωλο’ της τομής (έτσι όπως βιώνεται και από τον εργαζόμενο): της ατομικής σύμβασης, της αλλαγής των υλικών συνθηκών, της υποκειμενικής ζωής, το ίδιο το όριο της δυνητικής απόλυσης.
Και όμως, αυτή η «χαμένη αξιοπρέπεια» υπάρχει, ή ανασυγκροτείται, ανατρέπει και ‘διεμβολίζει’ ένα παρελθόν που παρήλθε αλλά ‘κρατά ως συνειρμός και μνήμη, και ένα παρόν (ιστορικός χρόνος) που αποκαλύπτει & αποκαλύπτεται. Η εξέλιξη της πλοκής εξελίσσει και τον πρωταγωνιστή-δημοσιογράφο, τον καθιστά τον «πυροδότη» ιστοριών που τέμνονται, αναπτύσσονται, που εγγίζουν ένα παρελθοντικό πλαίσιο που όχι μόνο ‘κρατά πολύ’ αλλά ‘πονά’ πολύ και ‘χωρά’ πολλούς.
 Ένα τροχαίο που προκαλεί τον θάνατο ενός επιφανούς οικονομικού παράγοντα της περιοχής. Ο δημοσιογράφος που σπεύδει στον τόπο του ατυχήματος, που καλείται από τον εργοδότη του να συντάξει εκ νέου την ζωή και την προσφορά του θανόντος, πατέρα και του τοπικού βουλευτή της συντηρητικής παράταξης, Ανδρέα Χαρίτογλου.
Με λογοτεχνικό «όπλο» μία αστυνομική πλοκή που διατρέχει την όλη ιστορία, δίνει το κάτι παραπάνω και εξελίσσεται παράλληλα με τις θεμελιώδεις εκφάνσεις της, με την τεχνική της αφήγησης που χωρίζει σε επιμέρους κεφάλαια και ρέει, απλά και πολλές φορές ‘κυνικά’, ο Αλέκος Χατζηκώστας συγκροτεί τους χαρακτήρες που δρουν εντός του πεδίου δράσης του πρωταγωνιστή, διαμεσολαβεί τις πολλαπλές απολήξεις της ιστορίας, της ιστορίας που λειτουργεί και ως πεδίο κατάθεσης ταυτοτήτων, «ανασύρει» &  αποκρυσταλλώνει υπόγειες και ρητές συγκρούσεις, προσδιορίζει, θα λέγαμε κεντρικά, το βίωμα της ναζιστικής φρικτής θανατοπολιτικής: την εξόντωση των Εβραϊκών κοινοτήτων που ενυπήρχαν στον ελλαδικό χώρο, από τις ναζιστικές κατοχικές αρχές.
Η μεταφορά τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-άσκησης συγκεκριμένης τεχνικό βιοπολιτικής (‘το βιοπολιτικό  ως ταυτόχρονα και αδιάρρηκτα νεκροπολιτικό,’ όπως τονίζει η Αθηνά Αθανασίου  και άρσης της θεμελιώδους ανθρώπινης υποκειμενοποίησης, (το Ολοκαύτωμα των Εβραίων), η μη απόδοση των περιουσιών σε όσους κατάφεραν να επιστρέψουν συνιστά ένα ‘παρελθόν που κρατά πολύ’, ένα ιστορικό ‘τραύμα’ που συναιρεί μνήμες και μνήμες θανάτου, ένα ίδιον και σχεσιακό χάσμα της ιστορίας.  
Και ακούγεται ως βαθιά συνήχηση, η γραφή του Πρίμο Λέβι για το στρατόπεδο συγκέντρωσης-θανάτωσης του Άουσβιτς: «Όταν τελειώσαμε, ο καθένας έμεινε στη γωνιά του. Χωρίς να τολμάμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον.  Δεν έχουμε καθρέφτη να δούμε το πρόσωπο μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντι μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα, σαν εκείνα που είδαμε χθες».
Μία γραφή ‘πρισματική’ και ‘φασματική’ για την ύπαρξη των ανθρώπινων «φαντασμάτων». Για την προσπάθεια επιβίωσης και για την φυσική εξόντωση, εκεί όπου όλα κατευθύνονται προς την «απόλυτη απεδαφοποίηση» του Jacques Derrida.
Διαθέτοντας ως στήριγμα τις διηγήσεις του κομμουνιστή Αντώνη Κατσογιάννη, (το πρόσωπο της αριστερής-κομμουνιστικής ιδεολογίας, της ‘ανεξάντλητης’ ελπίδας που ακουμπά τα προσωπικά βιώματα και στις στιγμές του συγγραφέα, είναι η ‘άλλη’ διάσταση του χωριού, που, αποδομεί το ‘μύθο’ έτσι όπως τον γνωρίζουν οι συγχωριανοί του), και ο οποίος  αποτελεί την επιτομή της φορτισμένης δι-ιστορικής πραγματικότητας, καθώς και την κατοπινή και ερωτική βοήθεια μίας όμορφης συμβολαιογράφου, της Ολυμπίας Ορφανοπούλου,  ο δημοσιογράφος με το «δαιμόνιο» του, αναζητά, εμβαθύνει, ανασύρει τα ίχνη των ιδεολογικών και πρακτικών παρεμβάσεων της εξουσιαστικής κυβερνολογικής ( για να θυμηθούμε και τον Foucault).
 Το παρακάτω απόσπασμα διακρίνεται για τη συντριπτική παράθεση αντινομιών, για την πρόθεση και την πράξη ενός εκ νέου θανάτου, για την πολιτισμική αποστέρηση της χώρας από έναν « κοινωνικό-πολιτισμικό πλούτο», για τη εν πολλοίς βίαιη απόσπαση-αποσυσχέτιση από το «κοινό» Εβραϊκό περιβάλλον.
Είναι η ίδια η κοινωνική γλώσσα της κρατικής εξουσίας: «Οι ιδιοκτησίες, (σ.σ: οι Εβραϊκές) σύμφωνα με την επίσημη θέση της κατοχικής δωσίλογης «κυβέρνησης», δημεύτηκαν από το ελληνικό κράτος και θα αποδίδονταν σε άστεγους, πρόσφυγες και άνεργους. Οι κυρίως ευνοημένοι, είναι οι πατενταρισμένοι δωσίλογοι, οι γερμανοντυμένοι, οι επιφανείς ταγματασφαλίτες. Άθλια υποκείμενα και καθάρματα που όταν μυρίστηκαν την αποχώρηση των Γερμανών, τον Οκτώβριο του 1944, πούλησαν τις περιουσίες που καταχράστηκαν με τις ευλογίες των Γερμανών και την κοπάνισαν με τα λύτρα του αίματος, μαζί με την Βέρμαχτ, κάποιοι περνώντας το υπόλοιπο του βίου τους στην κοιτίδα του χιλιόχρονου Ράιχ ως Γερμανοί πολίτες! Ωστόσο, οι αγοραστές που απόκτησαν τις ιδιοκτησίες από τους παραπάνω με χρυσές λίρες, συμβόλαια και έγκυρες μεταβιβάσεις, μετέγραψαν τα Εβραϊκά ακίνητα, με σκοπό να προστατεύσουν τις ιδιοκτησίες από την ενδεχόμενη μεταπολεμική διεκδίκηση».
Με το πάθος του ιστορικού που μελετά τα Γενικά αρχεία του κράτους, ο Αλέκος Χατζηκώστας, δημοσιογράφος-ιστορικός, προσδίδει στον πρωταγωνιστή του τα ‘εργαλεία’ ώστε να προσεγγίσει την αχλή του ιστορικού χρόνου, πτυχώσεις μίας ιστορίας «αφανούς», ‘κρυμμένης’ κάτω από δρόμους, οικίες, οδοδείκτες, μία ιστορίας της υφαρπαγής του ‘εαυτού’. Mία πραγματική ‘φασματική’ γραμμή υπάρξεων.
Ο δημοσιογράφος, με βασική βοηθό τη συμβολαιογράφο, ανασυγκροτεί την βασική ύπαρξη του Γεωργίου Χαρίτογλου, ο οποίος «οικειοποιείται» Εβραϊκές ιδιοκτησίες, εκκινώντας το «χτίσιμο» της προσωπικής του περιουσίας, το δικό του ατομικό  ‘μύθο’.
Πρόσωπο «μυθικό» για τους συντοπίτες του, (στον Άγιο Γεώργιο και στο νομό) χάριν των πολλών δωρεών του, στις πραγματικές του διαστάσεις  για τον δημοσιογράφο, ο Γεώργιος Χαρίτογλου ‘ενσαρκώνει’ το κατεξοχήν πνεύμα της γρήγορης αναρρίχησης, το οποίο αναζητεί προσβάσεις στο μάκρο- ‘σωματιδιακό’ πεδίο  του κράτους, διαπλεκόμενο με τις εκφάνσεις μίας μεταπολεμικής   κρατικής εξουσίας του ιδεολογικού (και όχι μόνο) αποκλεισμού. Ο Κατσογιάννης του αντιπαρατίθεται πρακτικά όσο και συμβολικά.
Όταν  οι «ευκαιρίες» και οι «προσβάσεις» συναντούν την πολιτική αναγκαιότητα, παράγονται και αναπαράγονται τοπικές άρχουσες τάξεις, ή με άλλα λόγια διατυπωμένο, ‘τοπικές μίκρο-εξουσίες’, αποτυπώσεις ενός για πολλούς, «μνημειώδους» περάσματος στην οικονομική εξουσία και ισχύ. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο Γεώργιος Χαρίτογλου, η ισχύς του οποίου ακουμπά στο γιο του σαν ‘βάρος’, διερωτάται ο Αλέκος Χατζηκώστας;
Είναι το ένα και τα πολλά πρόσωπα της ιστορίας της χώρας, ατομικής & συλλογικής, που, δείκνυε ευκαιρίες, όταν για τους πολλούς έτερους, σήμαινε εγκλεισμό και αποκλεισμό. Η πολιτική τέχνη της ευκαιρίας, η συνάρθρωση τοπικού παραγοντισμού και εξουσιαστικών σκοπιμοτήτων. Έχουμε να κάνουμε με τη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης δια της υφαρπαγής γης-περιουσιών. Η αποξένωση των Εβραϊκών κοινοτήτων γίνεται εκ νέου έτερη, ‘σκληρή’ και περιεχομενική.  Και όλα προχωρούν.
Ο πρωταγωνιστής, μέσα στην ιστορική αλλά και συγκαιρινή περιδίνηση γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο της όμορφης και έξυπνης συμβολαιογράφου. Και ο έρωτας, μία μηχανική απρόβλεπτη, «κυλά» και εξελίσσεται, άλλοτε αργά, επώδυνα, άλλοτε ανυπόμονα και γρήγορα, συγκροτώντας τον ολοκληρωμένο εαυτό, τη στιγμή της έκρηξης-επανάστασης, ανατρέποντας δεδομένα της ιστορίας. Η συμβολαιογράφος κινεί, ελπίζει και προσδοκά, αποτελεί «προϊόν» της συγκεκριμένης πολιτικοποίησης που παρήγαγε η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης.
Ο έρωτας είναι η ίδια η διαδικασία που «κυλά» στις φλέβες του  δημοσιογράφου, άλλοτε ατελής και τώρα ολοκληρωμένος, σε συνάρτηση με μία ολοκλήρωση που δίδεται μαεστρικά από τον Αλέκο Χατζηκώστα: όχι ως λύτρωση αλλά ως σκληρή, επώδυνη και βιωματική (εν πολλοίς και συναισθηματική) αλήθεια. Όλα αποκαλύπτονται, όπως και το όνομα της ‘Χαράς’, μίας πολύ καλής φίλης του πρωταγωνιστή.
Προχωρώντας, στην περαιτέρω διερεύνηση, ο δημοσιογράφος της τοπικής εφημερίδας, ανακτά βήμα-βήμα, την «χαμένη του αξιοπρέπεια», για την οποία μας είχε προϊδεάσει ο συγγραφέας στην αρχή του βιβλίου. Μία αντιστροφή που τον οδηγεί  θα λέγαμε, στην ‘αποκάλυψη’  ενός καθόλα εξιδανικευμένου παρελθόντος. Και το ίδιο το τέλος συγκροτεί την αρχή.. Και εντός αυτών των θραυσμάτων της ιστορίας, επέρχεται και επενεργεί η σημερινή κρισιακή περίοδος.
Οι ταυτοτικές εναλλαγές προτιμήσεων, η διαιρετική τομή Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο και η επενέργεια του στο κομματικό-πολιτικό σύστημα, η επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου, η κυβερνητική εναλλαγή με την άνοδο στην κυβερνητική εξουσία της ‘πρώτης φοράς Αριστεράς’, ήτοι του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, (και  η ήττα των δυνάμεων του κλασικού δικομματισμού, της Ν.Δ & του ΠΑΣΟΚ), οι προσδοκίες που φέρει σε πρόσωπα όπως η συμβολαιογράφος, το κλίμα της ατέρμονης διαπραγμάτευσης που συνιστά θα λέγαμε και εγχειρίδιο ανάλυσης των ποικίλων αποχρώσεων της κρίσης, το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, το παροιμιώδες παίγνιο της ιστορίας..
Όλα δίνονται παραστατικά από τον Αλέκο Χατζηκώστα, που, συγκροτεί μία διήγηση των επάλληλων κρίσεων, μία λογοτεχνία που αναπαριστά όχι το ‘δέον γενέσθαι’, αλλά το μη-ορατό, «πεδίο» σήμανσης,  εκφοράς & αποτύπωσης αυτού που δεν ακούγεται. Σε ένα ταξίδι στη Βουλγαρία, οι εραστές έρχονται πιο κοντά. Σε κάθε βήμα τους, το σοσιαλιστικό παρελθόν και η σημερινή καπιταλιστική κανονικότητα-υλικότητα. Σε κάθε βήμα τους, ο χρόνος και ο ‘τόπος’ της κατοχής & της αντίστασης στην Ελλάδα, η απτή πραγματικότητα του Εμφύλιου πολέμου, και η διαφυγή πολλών μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος (ΔΣΕ), ή χαρακτηριστική αναφορά, με τον ιδιαίτερο τρόπο του Αλέκου Χατζηκώστα: η, διαμέσου της άρσης των πολλαπλών συμβολισμών, ‘καπιταλιστικοποίηση’ και η προσαρμογή (και του υιού Λαδόπουλου), σε αυτήν την νόρμα.
Ο υιός Λαδόπουλος συναιρεί και φέρει εντός του την πολυσημία, τις αντιφάσεις δύο ‘καιρών’, θύμα και θύτης συνάμα, ευεργέτης για πολλούς Βούλγαρους, αλλά και μονίμως τροφοδοτούμενος από την τραγική ιστορία του πατέρα του. Η δική του ιδιαίτερη δικαίωση, είναι η εκβολή στον κόσμο των βημάτων των ‘αντιπάλων’. Ο πατέρας του, ο πάντα εξόριστος, θαρρείς πως μένει και τώρα «ενεργός»…
Με τον τρόπο που το παρελθόν επενεργεί στο παρόν  και εγγίζει το άδηλο μεσομακροπρόθεσμο μέλλον, ο συγγραφέας παραδίδει μία ολική ιστορική-μυθιστορηματική εξιστόρηση, όπου οι χαρακτήρες ενέχουν  ένα αναπαραγωγικό στοιχείο της ιστορίας-ιστοριογραφίας (και ως επιστήμης): την αρχή της αμφισβήτησης καθιερωμένων αναπαραστάσεων.
Και επρόκειτο για ένα τέλος, που όσο είναι θάνατος (του ακλόνητου Αντώνη Κατσογιάννη), άλλο τόσο είναι και διεύρυνση ιδεών, «σκηνών», επιθυμιών. Η τελευταία στιγμή: «Με συγκίνηση έσκυψαν στη φωτογραφία του. Του άφησαν για κερί το αντίτυπο ενός βιβλίου. Είχε ως εξώφυλλο μία εντυπωσιακή φωτογραφία του χωριού. Ο τίτλος του: «Το παρελθόν κρατά πολύ». Και από κάτω «Κοινωνικό-πολιτικό-αστυνομικό μυθιστόρημα».
Με άξονες μία λογική αλλά και μία ιδιαίτερη «λογική» παράνοια, ο δημοσιογράφος της ιστορίας, ψάχνει «τρελά», ερωτεύεται αδέξια και άτακτα, παλινδρομεί για να ρυθμίσει, να οργανώσει, να δείξει προς ένα παρελθόν που μένει εκεί. Και ανακαλύπτει την αλήθεια πίσω από την επίφαση, τις προεκτάσεις ενός φαινομενικά «αθώου» τροχαίου ατυχήματος, τα επίχειρα που άφησε ο πολιτική & ιδεολογική καταστολή στις ζωές των υποκειμένων. Γιατί, σε αυτή την περίπτωση, η αλήθεια είναι η αλήθεια των ‘άλλων’.
Ένα στοιχείο που προσδιορίζει και ανασημασιοδοτεί, που «διεισδύει» στο ιστορικό καλειδοσκόπιο, με έναν απλά ανθρώπινο τρόπο,/// όπως το θέτει ο Γάλλος ποιητής  Πιερ Μπερενζέ: «Είχε αποφασίσει να μην ξαναβγεί ποτέ από το σπίτι. Για μήνες πολλούς ήταν υπέροχα. Ώσπου μια μέρα μια επείγουσα ιατρική ανάγκη τον ξετρύπωσε βίαια απ’ τη φωλιά του. Βρέθηκε σ’ ένα ανώνυμο κρεβάτι νοσοκομείου δίπλα σε κάποιον άγνωστο που δεν θα είχε ποτέ διαλέξει για γείτονα του και που όμως του είπε πράγματα που τον ενδιέφεραν».
Μία καίρια αναπαράσταση, ένα ολικό μυθιστόρημα από τον Αλέκο Χατζηκώστα, ο οποίος ‘θεραπεύει’ εκείνο το λογοτεχνικό είδος που αποκτά ιστορικές πτυχές, όχι χρονολογικές αλλά βαθιά χρονικές απολήξεις, και κρισιακές προεκτάσεις. Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται ως ίδια ιστορία. Ένας λογοτεχνικός, δυναμικός αντιφασισμός που αναπαράγεται. Μέσα στον κυκεώνα του καιρού του, ο δημοσιογράφος (ένας άλλος Αλέκος Χατζηκώστας), παραπέμπει σε μία καταγωγική ποίηση, στην ποίηση που εκκινεί για να γεφυρώσει τη μνήμη με το στίγμα που αφήνει η μνήμη, με μία ζωή (και η ιστορία του) που ‘κυλά’ ειρωνικά. Όπως το θέτει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ:  «Θα προσπαθήσει ξανά όταν θα’ χει κάνει όλες του τις ασκήσεις σωστά: τόσο κλάμα, τόση ευεξία. Όταν θα’ χει προσέξει τη δίαιτα του: λίγη θλίψη, αρκετή απόσταση κι άφθονη επιβίωση».
Έχουμε να κάνουμε με ένα υπόδειγμα, όχι απλά κρισιακής λογοτεχνικής αφήγησης, αλλά και συγκέντρωσης των ιδιαίτερων και πολωμένων μίκρο-στοιχείων  της, αναγωγής τους σε έναν χρόνο που ‘κρατά πολύ’. Το μυθιστόρημα διαβάζεται και  ως φορτισμένη μαρτυρία, ως ανασήμανση στιγμών. Και ο συγγραφέας διευρύνει τον χρόνο για να τον διηγηθεί, σε καιρούς, και σε «δύσκολες ώρες», όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος. Και το απόθεμα του συμβολίζει γενιές..

Η παρέμβαση του Αλέκου Χατζηκώστα
Καταρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω όλες και όλους εσάς για την παρουσίας σας στη σημερινή εκδήλωση. Όλες και όλους εσάς που αποφασίσατε να αφιερώσετε τον πολύτιμο χρόνο σας να με τιμήσετε με την παρουσία σας το απόγευμα της Τετάρτης. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στους ομιλητές της εκδήλωσης Βαγγελιώ και Σίμο, ο οποίος και άλλη φορά με τίμησε με τη συνεργασία  του.
Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ορισμένα ζητήματα:
1.Το βιβλίο είναι η πρώτη μου προσπάθεια για ακόμη μεγαλύτερη λογοτεχνική φόρμα. Ξεπερνώ δηλαδή το διήγημα και προχωρώ προς τη νουβέλα και το μυθιστόρημα. Το άλμα μεγάλο και πρωτόγνωρο για μένα. Δεν θέλω την επιείκεια σας, αλλά την κατανόησή σας, καθώς και την δίκαιη κριτική σας, με την υπόσχεση ότι στην επόμενη προσπάθεια θα είμαι σαφώς καλύτερος!
2. Τα όσα αναφέρονται για ιστορικά ή πολιτικά γεγονότα είναι ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ. Δεμένα πάντα με το στοιχείο της μυθοπλασίας. Για παράδειγμα τα όσα αναφέρονται για την τύχη των περιουσιών των Εβραίων έχουν ως βάση τα όσα συνέβησαν στην γειτονική μας Θεσσαλονίκη, αλλά και γιατί όχι και στη Βέροια. Οι αναφορές για περιουσίες που έγιναν την περίοδο αυτή αλλά και το πώς μεγάλωσαν τα επόμενα χρόνια στηρίζεται σε πολλά παραδείγματα. Δεν λείπει επίσης ο κοινωνικός πολιτικός σχολιασμός για τα χρόνια αυτά αλλά και για τα σημερινά της αλλαγής κυβερνήσεων, και φτάνει η ιστορία μας μέχρι την πρώτη εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό το στοιχείο του «δημοσιογραφικού σιναφιού». Πολλά σχόλια δηλαδή (σαν ένα είδος αυτοκριτικής) για τον τρόπο που δρουν πολλά ΜΜΕ, για τον ρόλο των σοσιαλ μιντια, για τις εργασιακές συνθήκες κ.α
3. Αξίζει τον κόπο να γράφει και να διαβάζει κανείς γενικά και ειδικά λογοτεχνία στην περίοδο της κρίσης; Όταν ο αγώνας της επιβίωσης πνίγει κάθε σκέψη και δραστηριότητα; Κατά τη γνώμη μου στις συνθήκες αυτές ισχύει περισσότερο από κάθε άλλη φορά η ρήση ότι: Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ. Ο πραγματικός ρόλος της αληθινής τέχνης  είναι να βοηθήσει κι’ αυτή με τα δικά της μέσα τον άνθρωπο να ιδιοποιηθεί, να οικειοποιηθεί, να «εξανθρωπίσει» τη φύση, την κοινωνία και τον εαυτό του, να φέρει τον κόσμο στα ανθρώπινα μέτρα. Η τέχνη δε γεννήθηκε σαν πνευματική πολυτέλεια από δυνάμεις που περίσσευαν. Πρόβαλε σαν πραγματική ανάγκη, που την επιβάλανε οι ίδιες οι προϋποθέσεις της εργασιακής δραστηριότητας: την ανάγκη να οργανώσει ο άνθρωπος ένα άλλο είδος σχέσεων του με την πραγματικότητα, τις αισθητικές. Στη συνέχεια βέβαια διαχωρίστηκε και αναπτύχθηκε σε ανεξάρτητο τομέα καλλιτεχνικής εργασίας.
Αυτή η οικειοποίηση της πραγματικότητας μέσα από την τέχνη δεν είναι παθητική, ούτε για τον καλλιτέχνη, ούτε και για το κοινό του, αλλά λειτουργεί δυναμικά επιδρώντας στη συνείδησή τους προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Έχει δηλαδή την ιδιότητα να αλλάζει τον άνθρωπο και μέσα από αυτόν, τον κόσμο .
Η λογοτεχνία όμως δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη μόνο της σκέψης και της λογικής, αλλά συμβάλλει στη σφαιρική και ολόπλευρη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, καθώς καλλιεργεί ταυτόχρονα και τις τρεις πλευρές του ανθρώπινου ψυχισμού: τη νόηση, το συναίσθημα και τη βούληση. Μαζί με την πολιτική ιδεολογική ασκεί και ηθική διαπαιδαγώγηση.Χωρίς συναίσθημα, χωρίς ευαισθησία δεν υπάρχει βαθύς ανθρωπισμός. Η προσφορά της λογοτεχνίας στην ανάπτυξη της γλώσσας είναι σίγουρα μεγάλη, αλλά ακόμη μεγαλύτερη είναι η συμβολή της στο να μπορούμε να συγκινούμαστε μπροστά σε κάθε ανθρώπινο πρόβλημα, να νιώθουμε βαθύτερα τους πόθους, τις ελπίδες, τις ανάγκες των συνανθρώπων μας, να εξεγειρόμαστε απέναντι στην αδικία και την εκμετάλλευση.Χωρίς συναίσθημα, φαντασία, φλόγα, χωρίς ισχυρή θέληση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε οραματισμός, έμπνευση, κίνητρο για την κατάκτηση δύσκολων στόχων, ακόμη και του φαινομενικά ακατόρθωτου. Όμως η συνένωση αυτών των ψυχικών χαρισμάτων με τη γνώση είναι που οδηγεί στις μεγάλες πράξεις της ιστορίας.
4. Προφανώς και ένα λογοτεχνικό βιβλίο δεν μπορεί από μόνο του όσο και καλό να είναι ν’ αλλάξει την κατάσταση. Όμως μπορεί πέρα από την αισθητική απόλαυση που θα προσφέρει (φυσικά και δεν συμφωνώ με τα βιβλία εκείνα που απλά σε οδηγούν σε κόσμους μακρινούς και ονειρεμένους) μπορεί και να προβληματίσει, φωτίζοντας με λογοτεχνικό τρόπο αθέατες πλευρές της πραγματικότητας.
5. Στο νομό μας έχει σχηματιστεί ένα πυρήνας πλέον ανθρώπων που γράφουν. Αρκετοί ποιητές, λιγότεροι πεζογράφοι και ακόμη λιγότεροι ιστορικοί συγγραφείς. Πεποίθησή μου είναι ότι αυτές οι προσπάθειες θα πρέπει να αγκαλιαστούν από την λεγόμενη «τοπική κοινωνία» να στηριχτούν πολύπλευρα από τον κόσμο και τις κάθε είδους τοπικές αρχές.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ορισμένα αναρτώμενα απο το διαδίκτυο, κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής) θεωρούμε οτι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε.

Το ιστολόγιο bellos blogspot.com εκφράζουν απολύτως οι αναρτήσεις που αναφέρουν την υπογραφή bellosblog. Αναρτήσεις άλλων ή αναδημοσιεύσεις ή σχόλια που δημοσιεύονται σ'αυτό το ιστολόγιο, εκφράζουν αυτούς που τα υπογράφουν και όχι απαραίτητα το bellosblog